Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / «Όποιος είδε τον αδελφό του, είδε τον Θεό»


Να γιατί μιλώντας για το θάνατο ή τη ζωή επανέρχεσαι στο ίδιο σημείο. Μιλώντας για το θάνατο κάνεις λόγο για τη ζωή· τη ζωή που οφείλουμε να ζούμε σε όλους της τους τομείς: στη δημιουργική δραστηριότητα ή στη σιωπή, στην ενδοσκόπηση ή στο άνοιγμά μας προς τα έξω. Στον καθένα μας τίθεται ένα ερώτημα: «Μέχρι σήμερα, στο κύλισμα της ζωής μου, μικρής ή μεγάλης έδειξα πως υπήρξα άνθρωπος – πολύ απλά ένας άνθρωπος; Έδειξα πως υπήρξα χριστινός; Αυτοαποκαλούμαι «άνθρωπος». Αυτοαποκαλούμαι «χριστιανός». Είναι όμως αυτό αλήθεια;

http://4.bp.blogspot.com/-P3m2e1d-J9M/T1JsIQ2o_NI/AAAAAAAACQE/65l6M4e3Ylw/s320/7.jpgΈνας από τους πρώτους Πατέρες της Εκκλησίας, ο Άγιος Ειρηναίος, λέει ότι ο άνθρωπος έχει κληθεί για να καθρεπτίζει τη δόξα του Θεού. Ο αληθινός άνθρωπος πρέπει να είναι τέτοιας ποιότητας που οι άλλοι να διαβλέπουν μέσα απ΄αυτόν τη λάμψη της θείας αιώνιας ζωής· πρέπει να αντανακλά μια φανέρωση του Θεού. Ένας από τους Πατέρες της ερήμου αναφέρει: «Όποιος είδε τον αδελφό του, είδε τον Θεό». Είναι πράγματι αλήθεια; Άραγε θα μπορούσε το βλέμμα κάποιου τυχαίου περαστικού που θα βρεθεί στο δρόμο μας, να σταθεί πάνω μας με απορία; Θα τον έκανε η θέα μας να διερωτηθεί «Ποιός στο καλό είναι αυτός; Τί είναι αυτό το κάτι πάνω του που δε το έχουμε δει ποτέ στο παρελθόν; Αισθάνομαι ότι εντός του υπάρχει απέραντη πραότητα, ταπείνωση και αυταπάρνηση απέναντι σε καθε δοκιμασία»..

Έχουμε κληθεί να είμαστε τέτοιας ποιότητας, ώστε οι άνθρωποι που μας συναντούν, να μπορούν να βιώσουν μια λάμψη της θείας δόξης, να μπορούν να συλλάβουν κάτι από τη θεία εικόνα· όχι το κάτι μιας εικόνας χειροποίητης, βασισμένης στα φυσικά μας χαρακτηριστικά, αλλά το κάτι που μεταδίδει η μία ψυχή στην άλλη, το κάτι μιας εικόνας που μπορεί μεν να είναι ατελής, αλλά που δε παύει να ακτινοβολεί την αμείωτη ομορφιά του κόσμου της αιωνιότητας και του ίδιου του Θεού.

Τότε μόνο θα ήταν δυνατό να πούμε ότι έχουμε γίνει άνθρωποι· όχι μόνο ένα απλό δημιούργημα καταγεγραμμένο από τη Ζωολογία, αλλά ένας άνθρωπος όπως ο Θεός τον θέλησε: πλασμένος κατ΄ Εικόνα Του. Και την εικόνα αυτή, τη γεμάτη ζωή και δυναμισμό, μπορεί όποιος τη συναντά να τη κατανοεί ως θεία αντανάκλαση· από τον άνθρωπο που έχει μπροστά του να ανάγεται στον Θεό που η ψυχή του λαχταρά.

Και εμείς αυτοαποκαλούμαστε χριστιανοί. «Χριστιανός ειμί» απαντούσαν και οι μάρτυρες των πρώτων αιώνων, και με τα λόγια αυτά παραδίδονταν στον αυτοεξευτελισμό, τα βασανιστήρια και το θάνατο. Με τα λόγια αυτά μαρτυρούσαν ότι ο Θεός και ο Χριστός είχαν γι΄αυτούς μεγλύτερη αξία από τη ζωή. Τα λόγια αυτά καθόριζαν τη τύχη τους. Στην Αντιόχεια ήταν που οι μαθητές του Σωτήρα έλαβαν το όνομα «χριστιανός». Και αυτό έγινε όχι επειδή εντάχτηκαν σε μια νέα μικρή και ελάχιστα γνωστή αίρεση, που ήθελε να τραβήξει πάνω της την προσοχή, αλλά γιατί οι άνθρωποι αναγνώριζαν στα πρόσωπά τους τούς μαθητές του Χριστού. Ο Τερτυλλιανός, σύγχρονος συγγραφέας της εποχής, αναφέρει σχετικά, ότι για όσους ζούσαν κοντά σε μια χριστιανική οικογένεια ή κοινότητα έλεγαν συχνά: «Δείτε τι αγάπη έχουν μεταξύ τους!» Αυτό ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα των χριστιανών εκείνης της εποχής: η αγάπη!

Σήμερα δεν είναι δυνατό να μιλήσουμε για το θέμα αυτό με τον ίδιο τρόπο. Ακόμη και στους κόλπους μιας οικογένειας ή και της πιο μικρής κοινότητας δε διακρίνουμε παρόμοια αφοσοίωση. Πρόκειται για το κοινό και τετριμμένο εκείνο αίσθημα, το διαδεδομένο ακόμη και στους άπιστους και ειδωλολάτρες: αγάπη ενταγμένη στα όρια της ανθρώπινης φύσης. Απέχουμε πολύ από την αγάπη αυτή που γέννησε το θαύμα της αναγέννησής μας δια του Αγίου Πνεύματος.

Σε τί χρησιμεύει να είμαστε χριστιανοί αν τίποτα δε μας διακρίνει από τους άλλους;

Είναι τρομερό να σκεφτεί κανείς ότι, αν δε διακηρρύσαμε δημόσια τη χριστιανική μας ιδιότητα, κανείς δε θα μπορούσε να καταλάβει ότι είμαστε χριστιανοί… Τίποτα χριστιανικό δε μας διακρίνει: ούτε η απουσία του φόβου μπροστά στο πόνο, την αρρώστια, το κίνδυνο, το θάνατο· ούτε η απουσία της πλεονεξίας μπροστά σε ότι μπορεί κανείς να αρπάξει από τη ζωή – επομένως και από τον πλησίον – διακινδυνεύοντας τη ψυχή του, το σώμα του ή τα υλικά αγαθά· ούτε η αγάπη, δηλαδή η άρνηση της ψυχρότητας, της αδιαφορίας, της λησμονιάς ή της εχθρικής εκείνης σχέσης ή του μίσους…

Ο Κύριος είπε: «ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με». Εμείς όμως τις προσπερνάμε τις εντολές. Επίσης είπε: «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ». Ο απόστολος Παύλος γράφει ότι δύσκολα θα βρισκόταν άνθρωπος έτοιμος να θυσιαστεί για το φίλο του, ενώ ο Χριστός πέθανε για εμάς τη στιγμή που εμείς είμασταν ξένοι ή εχθρικοί απέναντί του.. Δεν πέθανε μόνο για όσους Τον γνώρισαν και έγιναν μαθητές Του, άξιους και ανάξιους, αλλά και για όσους Τον καταδίκασαν άδικα και Τον κάρφωσαν πάνω στον Σταυρό: «Πάτερ ἄφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι».

Καθένας λοιπόν θα πρέπει να αναρωτιέται διαρκώς: «Είμαι χριστιανός; Μπορεί κάποιος ίσως, μέσω εμού, να αναγνωρίσει το πρόσωπο του Χριστού, να νιώσει στους παλμούς της καρδιάς μου την αγάπη του Χριστού, να μάθει τη σοφία και τη δικαιοσύνη Του στους λόγους και τις σκέψεις μου, ν΄ αποκτήσει γνώση ή εμπειρία των οδών του Θεού μέσα από τις πράξεις μου, από τον τρόπο που συμπεριφέρομαι απέναντι στη ζωή, απέναντι στο Θεό;».

«Μα εγώ τους αγαπώ τους ανθρώπους», λέμε. Δεν ωφελεί καθόλου να κρυβόμαστε πίσω από τέτοιες υπεκφυγές. Όλους τους ανθρώπους όταν βρίσκονται μακριά τους αγαπάμε! Ό,τι όμως αφορά έναν συγκεκριμένο άνθρωπο ή ομάδα ατόμων δε μπορούμε να το αντέξουμε, να το ανεχτούμε. Και η αγάπη για τους ανθρώπους που τυχαίνει να είναι τριγύρω μας, ίδιας πάστας δεν είναι; Περιορίζεται σε ελάχιστους, μα και αυτούς δε τους αγαπούμε με τη πρώτη, δεν τους αγαπούμε χωρίς να τους θέτουμε προϋποθέσεις. Οι τσακωμοί είναι ασταμάτητοι, τα αισθήματά μας γίνονται ψυχρά. Και σαν επιστέγασμα όλων έρχεται η αποστροφή μας για τους άλλους.

Αν στερούμαστε της ικανότητας ν΄ αγαπάμε, ν΄ ανοιγόμαστε, αν η καρδιά μας δεν επιθυμεί ούτε ν΄ αγαπάει τότε τοποθετούμαστε από μόνοι μας έξω από την Αγάπη. Θ΄ ανακαλύψουμε ότι το μοναδικό νόημα όλης της ζωής μας ήταν η αγάπη, και ότι εμείς στερήσαμε νοήματος ολάκερης της ζωής μας, απ΄ την αρχή μέχρι το τέλος. Δεν έχουμε καν να αναπληρώσουμε την έλλειψη, διότι αυτή την ικανότητα μόνο ο Κύριος (η Αγάπη)  μπορεί να την δώσει.

Πρέπει να συλλογιστούμε λοιπόν ποια είναι η σχέση με τα μέλη του περιβάλλοντός μας και να αναρωτηθούμε: Τί είδους αγάπη έχω προς αυτούς; Μια αγάπη χαράς ή μια αγάπη φορτική; Διότι είναι πράγματι πιθανόν η αγάπη μας να πνίγει κάποιον, να τον κάνει να νιώθει ανελεύθερος σκλάβος. Είναι πιθανόν κάτω από το βάρος αυτού που εμείς ονομάζουμε «αγάπη», ο αγαπώμενος να υποφέρει. Υποφέρει όταν εμείς νομίζουμε καλύτερα από αυτόν που βρίσκεται η ευτυχία του, ποιες είναι οι ανάγκες του, που είναι η χαρά του. Όταν του αφαιρούμε και το ελάχιστο της ελευθερίας του, της δημιουργικότητάς του· όταν επιθυμούμε να διευθύνουμε εμείς οι ίδιοι τη ζωή του, προκειμένου να τον «βελτιώσουμε»..