Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / «Οι δύο διαστάσεις της αγάπης»


Η προτροπή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για το πώς θα χαρακτηριστούμε Χριστιανοί

«Αγαπητοί, εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστί. Ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν αυτού, ον εώρακε, τον Θεόν, ον ουχ εώρακε, πώς δύναται αγαπάν; Και ταύτην την εντολήν έχομεν απ’ Αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον αδελφόν αυτού... Εν τούτω γινώσκομεν ότι αγαπώμεν τα τέκνα του Θεού, όταν τον Θεόν αγαπώμεν και τας εντολάς Αυτού τηρώμεν».

Με αυτούς τους λόγους ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος μάς δίδει τις δύο διαστάσεις της αγάπης και μας προτρέπει να χαρακτηριζόμεθα Χριστιανοί από τις δύο μορφές της αγάπης: Αυτής προς τον Θεό και αυτής προς τον πλησίον.

Η αγάπη προς τον Θεό είναι έκφραση ευχαριστίας του δημιουργήματος προς τον δημιουργό Του και η αγάπη προς τον πλησίον είναι φανέρωση έμπρακτη της αγάπης προς τον Θεό. Μόνο η μία αγάπη είναι κίβδηλη, υποκριτική, ατελής, ψεύτικη. Οι δύο αυτές διαστάσεις της αγάπης αλληλοεξαρτώνται. Η αγάπη προς τον Θεό εξαρτάται από την αγάπη προς τον άνθρωπο και η αγάπη προς τον άνθρωπο εξαρτάται από την αγάπη προς τον Θεό. Η μία δεν στέκεται χωρίς την άλλη. Ο άνθρωπος έχει κληθεί να γίνει «όμοιος τω Θεώ» και αυτό επιτυγχάνεται όταν καλλιεργεί και τις δύο διαστάσεις της αγάπης. Και προς τον Θεό και προς τον πλησίον.

Αυτό γιατί, σύμφωνα με τη διδασκαλία της πίστεώς μας, η πραγματικότητα είναι διπλή: Υπάρχει ο Θεός και υπάρχει και ο κτιστός κόσμος, ως έτερος, διαφορετικής φύσεως από τον Θεό, αλλά δημιούργημα αγάπης από τον Θεό. Η προτίμηση της μίας ή της άλλης διαστάσεως της αγάπης οδηγεί σε σχήματα, κοσμοθεωρίες, βιοθεωρίες και αντιλήψεις που αρνούνται την πραγματικότητα του κόσμου ή απορρίπτουν τον Θεό ή τον ταυτίζουν με τον κόσμο. Και έτσι ο Θεός κλείνεται στον εαυτό Του και δεν επικοινωνεί με κανέναν ή ο κόσμος, αρνούμενος τον Θεό, κλείνεται στον φαύλο κύκλο των γεννήσεων και του θανάτου, χωρίς καμιά ελπίδα συναντήσεώς του με τον Θεό, δηλαδή σωτηρίας του.

Ετσι, ο άνθρωπος, αρνούμενος τη διπλή εντολή της αγάπης, αυτοκαταδικάζεται στην κόλαση του ναρκισσισμού του. Στη λατρεία του ΕΓΩ. Και ταυτοχρόνως καταδικάζει τον σύμπαντα κόσμο στη φθορά και στον θάνατο. Τα σύγχρονα εκφυλιστικά φαινόμενα στον κοινωνικό τομέα και τα πολύμορφα προβλήματα του φυσικού μας περιβάλλοντος τι άλλο φανερώνουν παρά την άρνηση ή απόρριψη της αναφοράς του ανθρώπου στον Θεό της αγάπης και την άπληστη, ακόρεστη λατρεία του ΕΓΩ;

Συνήθως, ο άνθρωπος, ο οποίος μετά την πτώση επιλέγει τρόπους ζωής που να τον βολεύουν ατομιστικά, προτιμά ή την «αγάπη» προς τον Θεό ή την αγάπη προς τον άνθρωπο - ποτέ και τα δύο. Γιατί και οι δύο διαστάσεις σημαίνουν τον Σταυρό. Κι ο άνθρωπος περισσότερο σήμερα αρνείται τον Σταυρό. Προτιμά να τον φορτώνει στους άλλους. Η επιλογή της μίας ή της άλλης αγάπης συνιστά ειδωλολατρία, κύριο γνώρισμα της οποίας είναι η ικανοποίηση των εγωπαθών επιδιώξεών μας.

 

Συνήθως, ο άνθρωπος, ο οποίος μετά την πτώση επιλέγει τρόπους ζωής που να τον βολεύουν ατομιστικά, προτιμά ή την «αγάπη» προς τον Θεό ή την αγάπη προς τον άνθρωπο - ποτέ και τα δύο

Δεν μπορεί κανείς να αγαπά τον Θεό, εάν δεν τον βλέπει στο πρόσωπο του αδελφού του. «Είδες τον αδελφόν σου, είδες Κύριον τον Θεόν σου», μας υπενθυμίζει ο αββάς του γεροντικού. Και δεν μπορεί κανείς να αγαπά τον αδελφόν του, εάν σε αυτόν δεν βλέπει την εικόνα του Θεού. Διαφορετικά, ο άλλος μετατρέπεται στην κόλασή μας. «Ο άλλος είναι η κόλασή μου» (Σαρτρ) ή «Homo hominis lupus» (ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος), μας τονίζει τόσο απαισιόδοξα το αρχαίο λατινικό ρητό.

Οι άνθρωποι που ή αρνούνται τον Θεό ή δεν τους ενδιαφέρει ο Θεός λένε: Εγώ αγαπώ τον άνθρωπο, που είναι ένα συγκεκριμένο πράγμα, και επομένως αυτό μου φτάνει. Ο μεγάλος άνθρωπος και μεγάλος χριστιανός, εσταυρωμένος χριστιανός, Ντοστογιέφσκι, είχε ζήσει πολύ την αγάπη και μέσω των έργων του τονίζει πως η αγάπη πρέπει πράγματι να είναι διπλή, βασισμένη σε δύο διαστάσεις: Αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Και μαρτυρεί πως τελικά η αγάπη μόνο προς τον άνθρωπο θα διαστρεβλωθεί, θα εξαντληθεί και ίσως μεταβληθεί και σε μίσος, εάν παραμείνει έτσι έως το τέλος.

Η μόνο προς τον πλησίον αγάπη, όσο ειλικρινής κι αν είναι, είναι πάντοτε ατελής και με άμεσο ή έμμεσο τρόπο ζητάει αναγνώριση, επιβράβευση, ανταπόδοση. Πράγματα που φανερώνουν τα ψυχικά κενά του αγαπώντος, αλλά ταυτόχρονα την αδυναμία του να ανοίξει αυτή την αγάπη στη διάσταση της αιωνιότητος. Η αγάπη είναι αιώνια, αθάνατη, διεκδικεί αθανασία. Ο μαρξιστής στοχαστής Μαρκούζε, στην ειλικρινή προσπάθειά του να εξηγήσει και να δώσει κάποιο νόημα στη ζωή, καταλήγει στην αγάπη. Μένει όμως το μεγάλο πρόβλημα: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, που κόβει την αγάπη. Ο Μαρκούζε ομολογεί ειλικρινά ότι η αγάπη διεκδικεί αιωνιότητα, γιατί αυτό που δημιουργεί θέλει να υπάρχει αιώνια. Και ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η τραγωδία της διακοπής των σχέσεων που δημιουργεί η αγάπη. Αρα αιωνίων σχέσεων. Κι αν η αγάπη είναι αθάνατη, είναι διότι προέρχεται από τον Θεό, που είναι αγάπη.

Ο Απόστολος Παύλος μάς υπενθυμίζει ότι η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής». Απλώς προσφέρεται. Δίνει και είναι ανεξάντλητη, διότι πιστεύει, ζει, βιώνει τη δύναμή της την ανεξάντλητη και δεν πρόκειται κανείς να την αλλάξει, να τη διακόψει. «Η φύση της αγάπης -λέει ο ιερός Χρυσόστομος- είναι τέτοια ώστε δεν γνωρίζει κορεσμό, αλλά, ενώ πάντοτε απολαμβάνει τα αγαπώμενα πρόσωπα, η φλόγα της αυξάνει περισσότερο».

Η αγάπη είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να αντιμετωπίσει τον θάνατο και να σεβασθεί την ελευθερία του ανθρώπου. Τον θάνατο ως καταστροφή τον αντιμετωπίζει προσφερόμενη η ίδια ως θυσία. Και σέβεται την ελευθερία καθώς δεν καταναγκάζει, δεν υποδουλώνει, δεν απαιτεί, αλλά προσφέρεται ανιδιοτελώς.

Κορυφαία πράξη τέτοιας αγάπης αποτελεί η σταυρική θυσία του Θεανθρώπου, ο οποίος ως άνθρωπος βιώνει όλες τις συνέπειες της πτώσεως του ανθρώπου και διά της αγάπης Του, που θυσιάζεται, κατέρχεται έως τις εσχατιές της ανθρώπινης τραγωδίας, δηλαδή τον θάνατο, για να οδηγήσει τον άνθρωπο και σύμπασα την κτίση στη Βασιλεία του Θεού.

Ακριβώς αυτή η αγάπη του Θεανθρώπου υπερβαίνει τον χρόνο και τον χώρο και καταργεί κάθε εμπόδιο. «Τέτοια είναι η δύναμη της αγάπης -αναφωνεί ο ιερός Χρυσόστομος. Δεν αγκαλιάζει, δεν συνενώνει και δεν συνδέει μόνον αυτούς που είναι παρόντες και βρίσκονται κοντά μας και τους βλέπουμε, αλλά και εκείνους που έχουν απομακρυνθεί από κοντά μας. Και ούτε το μάκρος του χρόνου ούτε η απόσταση των δρόμων ούτε τίποτε άλλο παρόμοιο θα μπορούσε να διακόψει και να διαχωρίσει τον ψυχικό δεσμό».

Η πραγμάτωση της αγάπης αρχίζει με την τήρηση των εντολών του Θεού. «Εν τούτω γινώσκομεν ότι αγαπώμεν τα τέκνα του Θεού όταν τον Θεόν αγαπώμεν και τας εντολάς αυτού τηρώμεν». Τήρηση των εντολών του Θεού σημαίνει έξοδος από τη φιλαυτία μας και θεραπεία των παθών μας. Και ο άνθρωπος που θεραπεύει τα πάθη του εν Χριστώ αναδεικνύεται νικητής του κόσμου της φθοράς και του θανάτου, αποκαλύπτει στο πρόσωπό του την αλήθεια και το μεγαλείο της πίστεώς του και ομολογεί μαζί με τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Ιωάννη τον Θεολόγο: «Αύτη εστίν η νίκη, η νικήσασα τον κόσμο, η πίστις ημών».