Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ - Ο ΦΘΟΝΟΣ


Ὁ φθόνος (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

1.Τίποτε δέν μᾶς χωρίζει περισσότερο, τόν ἕνα ἄνθρωπο ἀπό τόν ἄλλο, ὅσο ὁ φθόνος καί ἡ ζήλεια.

Τίποτε δέν  ὑπάρχει τό ὁποῖο τόσο πολύ νά μᾶς χωρίζει καί διασπᾶ μεταξύ μας ὅσο ὁ φθόνος καί ἡ βασκανία (ζήλεια).

2. Ὁ φθόνος στερεῖται κάθε συγγνώμης.

Ὁ φθόνος, τό φοβερό αὐτό νόσημα πού στερεῖται κάθε συγγνώμης.

3.Ὁ φθόνος εἶναι χειρότερος ἀπό τήν φιλαργυρία.

Ὁ φθόνος εἶναι κακό τό ὁποῖο καί ἀπό τήν ρίζα τῶν κακῶν φιλαργυρία εἶναι πολύ φοβερώτερο. Διότι ὁ φιλάργυρος τότε εὐχαριστεῖται, ὅταν αὐτός λάβει· ὁ δέ βάσκανος τότε εὐχαριστεῖται, ὅταν ὁ ἄλλος δέν λάβει, νομίζοντας δική του εὐεργεσία τήν δυστυχία τῶν ἄλλων.

4. Ὁ φθόνος εἶναι ἡ πιό μεγάλη μανία (τρέλλα).

Ἀπό αὐτό τό νόσημα τί ἄλλο θά μποροῦσε νά γίνει (ὑπάρξει) πιό τρελλό; Διότι ἐνῶ ἀμελεῖ τά δικά του κακά, λειώνει γιά τά ξένα καλά, κατασκευάζοντας γιά τόν ἑαυτό του ἄβατο τόν οὐρανό καί πρό τοῦ οὐρανοῦ δέ καί τόν παρόντα βίο τόν κάνει ἀβίωτο.

5. Ὁ φθόνος κατατρώγει τόν φθονερό.

Λοιπόν ὄχι τόσο πολύ τό ξύλο καί τό μαλλί  τρώγονται ἀπό τό σκουλήκι καί τόν  σκώρο πού κάθονται μέσα τους, ὅσο ὁ πυρετός τῆς βασκανίας κατατρώγει τά ὀστᾶ αὐτῶν πού βασκαίνουν καί καταστρέφει τήν σωφροσύνη τῆς ψυχῆς. 

6. Ὁ φθονερός εἶναι χειρότερος ἀπό τά θηρία καί τούς δαίμονες.

Δέν θά ἔκανε λάθος κάποιος ἐάν ἀποκαλοῦσε τούς βάσκανους (ζηλιάρηδες-φθονούντας) χειρότερους καί ἀπό τά θηρία καί ἀπό τούς δαίμονες. Διότι τά μέν ἤ ἐπειδή ἔχουν ἀνάγκη ἀπό τροφή ἤ καί ἐπειδή προηγουμένως παροξύνθηκαν ἀπό ἐμᾶς, τότε ὁπλίζονται ἐναντίον μας. Αὐτοί δέ ἄν καί εὐεργετήθηκαν πολλές φορές, ὅμως διατίθενται πρός τούς εὐεργέτες  ὡσάν νά ἀδικήθηκαν ἀπό αὐτούς. Καί οἱ μέν δαίμονες ἔχουν πρός ἐμᾶς μέν, ἄσπονδη ἔχθρα, τούς δέ ὁμογενεῖς (των) δέν ἐπιβουλεύονται. Αὐτοί ὅμως οὔτε τήν κοινωνία τῆς φύσεως(ὅτι δηλαδή ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε τήν ἴδια, κοινή φύση-οὐσία) δέν ντρέπονται, οὔτε λυποῦνται τήν σωτηρία τους, ἀλλά πρίν ἀπό τίς ψυχές αὐτῶν πού φθονοῦν, κολάζουν τίς δικές τους, γεμίζοντας τες μέ κάθε θόρυβο καί ἀθυμία, χωρίς λόγο καί μάταια.

7. Ὁ φθόνος εἶναι ἡ χειρότερη κακία.

 Τέτοια εἶναι ἡ βασκανία, τῆς ὁποίας δέν ὑπάρχει χειρότερη κακία. Διότι ὁ μέν μοιχός καρποῦται καί κάποια ἡδονή, καί σέ λίγο χρόνο ὁλοκληρώνει τήν ἁμαρτία του. Ὁ δέ βάσκανος (φθονερός) πρίν ἀπό τόν φθονούμενο κολάζει τόν ἑαυτό του καί τιμωρεῖται, καί ποτέ δέν θά παύσει τήν ἁμαρτία, ἀλλά συνεχῶς τήν πράττει. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ χοῖρος  μέ τό βόρβορο καί ὁ δαίμονας μέ τήν δική μας βλάβη χαίρεται, ἔτσι καί αὐτός χαίρεται μέ τά κακά τοῦ πλησίον. Καί ὅταν συμβεῖ κάτι ἀηδιαστικό, τότε ἀναπαύεται καί ἀναπνέει, θεωρώντας τίς ξένες συμφορές δικές του εὐτυχίες, καί δικά του κακά, τά ἀγαθά τῶν ἄλλων. Καί καθώς ἀκριβῶς οί κάνθαροι (σκαθάρια) τρέφονται μέ κοπριά, ἔτσι καί αὐτοί μέ τίς δυστυχίες τῶν ἄλλων, ἀφοῦ εἶναι κοινοί ἐχθροί καί πολέμιοι τῆς φύσεως. Καί οἱ μέν ἄλλοι, ἕνα ἄλογο πού σφάζεται τό ἐλεοῦν. Αὐτοί δέ βλέποντας ἄνθρωπο νά εὐεργετεῖται, γίνονται θηρία καί τρέμουν καί ὠχριοῦν. Τί θά μποροῦσε νά γίνει ἀπ’ αὐτήν τή μανία χειρότερο; Γιατί γίνεσαι ὠχρός, πές μου καί τρέμεις καί στέκεσαι περιδεής; Τί φοβερό ἔγινε; Ὅτι ὁ ἀδελφός εἶναι λαμπρός καί περιφανής καί εὐδοκιμεῖ; Λοιπόν θά πρέπει νά στεφανωθεῖς καί νά χαίρεσαι καί νά δοξάζεις τόν Θεό, διότι τό μέλος σου τό βλέπεις νά εἶναι λαμπρό καί περήφανο. Ἀλλά πονᾶς διότι ὁ Θεός δοξάζεται; Πρόσεξε ποῦ τείνει ὁ πόλεμος.

Δέν μέ  λυπεῖ αὐτό, λέγει, ἀλλά ἤθελα διἀ μέσου ἐμοῦ νά δοξάζεται ὁ Θεός. Λοιπόν νά χαίρεις πού εὐδοκιμεῖ ὁ ἀδελφός καί ὁ Θεός πάλι δοξάζεται διά μέσου σοῦ. Διότι ἀκόμη καί ἄν ἦταν πολέμιος καί ἐχθρός, ὁ δέ Θεός δοξαζόταν διά μέσου αὐτοῦ, θά ἔπρεπε γιαυτό τό λόγο νά τόν κάνεις φίλο. Ἐσύ ὅμως τόν φίλο τόν κάνεις ἐχθρό, ἐπειδή ὁ Θεός δοξάζεται διά μέσου τῆς εὐδοκιμήσεως ἐκείνου. Καί πῶς ἀλλιῶς θά ἐπιδείκνυες τόν πρός τόν Χριστό πόλεμο; Γι’ αὐτό ἀκόμη καί σημεῖα ἄν κάποιος κάνει, ἀκόμη καί ἄν παρθενία, καί ἄν νηστεία, καί ἄν χαμευνία ἐπιδείξει, καί φθάσει πρός τούς ἀγγέλους διά μέσου αὐτῆς τῆς ἀρετῆς, ἐνῶ ὑπόκειται στό πάθος τῆς βασκανίας, εἶναι ὅλων βρωμερότερος. Διότι ἐάν τό νά ἀγαπᾶμε αὐτούς πού μᾶς ἀγαποῦν δέν μᾶς ἀφήνει νά ἔχουμε τίποτε περισσότερο ἀπό τούς ἐθνικούς (εἰδωλολάτρες)· αὐτός πού βασκαίνει (φθονεῖ) αὐτούς πού τόν ἀγαποῦν, πού θά σταθεῖ;