Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ : Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


[gr]

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ (Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως)

 

ΟΜΙΛΙΑ Η΄     Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

«Τό πνεῦμα τό ἄλλαλον καί τό κωφόν,
ἐγώ σέ διατάσσω, ἔβγα ἀπ αὐτόν καί
ποτέ πλέον νά μή εἰσέλθης εἰς αὐτόν»
(Μαρκ.9 , 25)

Tί βαθειά γνώση! Τί ἔξοχοι λόγοι! Ποιά μεγαλοπρεπής εἰλικρίνεια! Ποιά ἐπίσημη φανέρωση τοῦ θείου του χαρακτήρα! «Ἐγώ σέ διατάσσω». Ποιός ἄλλος, παρά μόνο Αὐτός, πού ἦταν Θεός, μποροῦσε ν’ ἀντιπαρατάξει μέ τόσο βαθειά ἐπίγνωση τό ἴδιο του ἐγώ πρός τό πνεῦμα τό ἄλλαλο καί κουφό; Ποιός ἄλλος μποροῦσε, ὡς ἔχοντας ἐξουσία, νά βγεῖ ἀπό τή διαμονή του καί νά μή ξαναμπεῖ ποτέ πιά, ἄν δέν εἷχε ἀπόλυτη ἐξουσία πάνω στά ἀκάθαρτα πνεύματα; «Ἔβγα ἀπό αὐτόν καί ποτέ πλέον νά μήν ξαναεισέλθῃς εἰς αὐτόν». Πῶς, λοιπόν, θά μποροῦσε τό κουφό καί ἄλαλο πνεῦμα νά ἀκούσει τή φωνή τοῦ Κυρίου, ἄν ὁ ἧχος της δέν συγκινοῦσε καί φόβιζε ὅλη τή φύση; Ἄν ὅλα καί τά αἰσθητά καί τά ἀναίσθητα, δέν συναισθάνονταν τήν ἐπιβλητική δύναμη τῆς φωνῆς τοῦ Δεσπότη; Οἱ λόγοι Του εἶναι τόσο πολύ δυνατοί, τόσο πολύ μεγάλοι καί ἔξοχοι καί λέχθηκαν μέ τόση κυριαρχική ἐξουσία, ὥστε μόνο ἀπό χείλη Θεανθρώπου μποροῦσαν νά βγοῦν. Ὁ χαρακτήρας, τό ὕφος τῶν λόγων εἶναι τέτοια, ὥστε μόνο στό Θεό νά ταιριάζουν. Μ᾿ αὐτά τά λόγια ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός φανέρωσε ἐπισημότατα τήν κρυμμένη θεότητά Του καί ἀπροκάλυπτα ἀποκάλυψε τή θεία παντοδυναμία καί παγγνωσία Του.

Μ᾿ αὐτά τά λόγια ὁ Σωτήρας ἀποκαλύπτει τά τρία θεῖα Του ἰδιώματα: Πρῶτον, τήν παγγνωσία Του, γιατί ἀναγνωρίζει τό κουφό καί ἄλαλο πνεῦμα καί τό προσκαλεῖ μέ τά χαρακτηριστικά του. «Τό πνεῦμα τό ἄλαλο καί κουφό». Δεύτερον, τήν κυριαρχία Του, γιατί διατάζει σάν Δεσπότης μέ ἐξουσία: «Ἐγώ σέ διατάσσω». Καί, τρίτον, τήν παντοδυναμία Του: «Ἕβγα ἀπ῾ αὐτόν καί ποτέ πλέον νά μή ξαναεισέλθῃς εἰς αὐτόν». Ἀναγνωρίζει, φανερώνει, διατάζει κι ἀπαγορεύει κι ἀμέσως τά λόγια ἀκολοῦθουν τά ἔργα. Τό πνεῦμα τό ἄλαλο καί κουφό, ἀκούει τά λόγια τοῦ Κυρίου καί Δεσπότη, ἀναγνωρίζει τή δεσποτική φωνή, ζαρώνει καί τρέμει, ὑπακούει, ἐξέρχεται καί φεύγει, γιά νά μή ξαναγυρίσει πιά στήν κατοικία του. Πόσο ἐξαίσιο γεγονός! Πόσο ἁρμόζουσα πράξη! Ἀλήθεια, θεῖο ἔργο. Ποιά ἄραγε ἐντύπωση νά ἔκανε πρός τούς μαζεμένους ἐκεῖ Ἰουδαίους καί στόν ὄχλο, πού ἔτρεχε πρός τά ἐκεῖ; Φαίνεται καμμία! Γιατί ἀκριβῶς σ᾿ αὐτή τήν περίσταση, ὁ Κύριος ἔλεγξε τούς Ἰουδαίους, ὡς γενεά ἄπιστη καί διεφθαρμένη καί ἀπείλησε ὅτι δέν θά τούς ἀνεχθεῖ πιά. Ὦ, γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη ἀπό τήν κακίαν, ἕως πότε θά εἶμαι μαζί σας! Ἕως πότε θά σᾶς ἀνέχωμαι; (Ματθ. 17, 17). Ναί, δέν τούς ἔκαμε καμμία ἐντύπωση, ὅπως καί τά ἄλλα θαύματα, ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης. «Καίτοι δέ τόσα πολλά θαύματα εἶχε κάμει ἐνώπιόν των, δέν ἐπίστευαν ἀκόμη εἰς Αὐτόν. Διά νά πραγματοποιηθῇ ἡ προφητεία τοῦ Ἡσαΐου, πού εἶχεν εἴπε: «Κύριε, ποιός ἐπίστευσεν εἰς τό ἰδικόν μας κήρυγμα, πού τούς ἐκάμαμε νά ἀκούσουν, καί ἡ δύναμις τοῦ Κυρίου, μέ τά τόσα θαύματά της, εἰς ποῖον ἐφανερώθη;». Ἕνεκα δέ αὐτῆς τῆς σκληροκαρδίας των, δέν ἠμποροῦσαν νά πιστεύσουν, διότι καί πάλιν εἶχε προείπει ὁ Ἡσαΐας: ’’Διά τήν κακίαν των παρεχώρησεν ὁ Θεός νά τυφλωθοῦν τά μάτια τῆς ψυχῆς των καί νά σκληρυνθῇ ἡ καρδιά των, διά νά μή ἴδουν μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς των τά θαυμαστά ἔργα καί νά μή ἐννοήσουν μέ τήν ἀσύνετον καρδία των καί γυρίσουν μετανοημένοι εἰς ἐμέ, διά νά τούς θεραπεύσω’’. Αὐτά εἶπεν ὁ Ἡσαΐας, ὅταν εἰς ἕνα ἀποκαλυπτικόν ὅραμα εἶδε ἔνδοξον τόν Χριστόν νά κάθεται εἰς ὑψηλόν θρόνον καί ὡμίλησε ἔπειτα δι᾿ αὐτόν» (Ἱωάν. 12, 37-41). Δέν ἔκαμε, λοιπόν, καμμία ἐντύπωση, γιατί ἡ ἁμαρτία τύφλωσε τά μάτια τους καί πέτρωσε τήν καρδιά, ὥστε νά μή βλέπουν καί νά μή αἰσθάνωνται, γιά νά μή στραφοῦν καί θεραπευτοῦν. Πόσο ἀλήθεια φοβερό ἄκουσμα! Ὁ Θεός ὀργίσθηκε ἐναντίον τοῦ ἀγαπημένου του λαοῦ γιά τίς ἁμαρτίες καί τύφλωσε τά μάτια τῆς διάνοιας καί πέτρωσε τίς καρδιές τῶν ἁμαρτωλῶν καί δέν ἄκουσαν τή φωνή Του, πού πολλές φορές τούς προσκάλεσε, ἔτσι πού νά μείνουν στίς κακίες τους καί νά μή γιατρευτοῦν μέ τήν ἐπίγνωση τοῦ Σωτήρα, καί νά λάβουν ἄξια τιμωρία, γιά ὅσα εἶχαν κάνει. Ἀνέχθηκε, ζήτησε, παρακάλεσε, παράκουσαν, ἀπομακρύνθηκαν καί ἐπέμειναν στίς ἁμαρτίες. Λοιπόν, μέ τίς ἁμαρτίες θά πεθάνουν. Ἀλήθεια, χριστιανοί, εἶναι φοβερό. Γιατί, ἀφοῦ δέν λυπήθηκε τόν ἀγαπητό του λαό, πού παράκουσε, πῶς θά λυπηθεῖ ἐμᾶς; Ἄν δέν λυπήθηκε τήν καλλιέλαιο (= τό λαό τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἰσραήλ), πού ἀστόχησε στήν καρποφορία πῶς θά λυπηθεῖ τήν μπολιασμένη ἀγριελαία (= τό λαό τῆς Ἐκκλησίας μας), ἄν κι αὐτή δέν ἀποδώσει τούς καρπούς της;
Ἐπειδή, λοιπόν, ἕνας τέτοιος κίνδυνος ἀπειλεῖ τούς ἐργάτες τῆς ἁμαρτίας, δηλαδή νά πάθουν τύφλωση τῆς διάνοιας καί πέτρωση τῆς καρδιᾶς, ὥστε οὔτε τό θεῖο χαρακτήρα νά διακρίνουν στά ἔργα τοῦ Σωτήρα, οὔτε νά συναισθάνονται τή δύναμη καί τή θεία ἐνέργεια, πού τούς προσκαλεῖ καί πάσχοντες νά μείνουν ἀγιάτρευτοι καί νά καταδικασθοῦν σέ θάνατο, γι᾿ αύτό θά μιλήσω γιά τήν ἐπείγουσα ἀνάγκη τῆς ἐξομολόγησης πού εἶναι τό μόνο μέσο γιά τή θεραπεία τῆς ἄρρωστης ψυχῆς καί τῆς σωτηρίας της.

Τί εἶναι ἡ ἐξομολόγηση

Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ἡ οἰκειοθελής καί είλικρινής ἀποκάλυψη τῶν ἁμαρτιῶν, πού ἔχομε διαπράξει, χωρίς ντροπή καί διστακτικότητα ἀλλά μέ αὐτοκατηγορία καί συντριβή τῆς καρδιᾶς μπροστά στό πρόσωπο, πού ἔταξε ἡ Ἐκκλησία γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν.
Ἡ ἐξομολόγηση πρέπει νά εἶναι οἰκειοθελής καί είλικρινής γιά νά εἶναι ἀληθινή καί ἀποτελεσματική. Γιατί ἡ βιαστική καί ἀνειλικρινής ἐξομολόγηση εἶναι ἄκαρπη, ἐφόσον δέν εἶναι ὑπόδειξη τῆς καρδιᾶς καί ἔκφραση μετάνοιας κι ἔνδειξη πόθου γιά θεραπεία.
Ἡ ἐξομολόγηση πρέπει νά γίνεται χωρίς ντροπή καί διστακτικότητα, μέ παρρησία καί αὐτοκατάκριση, γιατί ἡ παρρησία εἶναι ἐκδήλωση τῆς ἀποστροφῆς πρός τήν ἁμαρτία καί διάθεση γιά τόν ἐξευτελισμό της. Ἡ ντροπή εἶναι ἔνδειξη ἔλλειψης θάρρους.
Ἡ ἐξομολόγηση πρέπει νά γίνεται μέ συντριβή τῆς καρδιᾶς, γιατί αὐτή μαρτυρεῖ τήν ἀληθινή μετάνοια κι ἐκφράζει τή θλίψη γιά τήν παράβαση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖο ζητεῖ νά ἐξευμενίσει. Ἡ ἐξομολόγηση χωρίς συντριβή τῆς καρδιᾶς εἶναι ἔνδειξη, λείπει ἡ βαθειά συναίσθηση τῆς ἐνοχῆς γιά τήν παράβαση τοῦ θείου νόμου.
Ἡ ἐξομολόγηση, πού ἔχει αὐτά τά ἀποδεικτικά στοιχεῖα τῆς πραγματικῆς μετάνοιας καί μεταμέλειας, εἶναι ἀληθινή καί τέλεια κι ἀποφέρει τούς σωτήριους καρπούς της. Συνεπῶς, ὁ ἐξομολογούμενος ὀφείλει νά προσέλθει στόν πνευματικό του πατέρα, νά ξεσκεπάσει τήν καρδιά του, νά φανερώσει τά ἀφανέρωτα καί τά κρυφά τους, χωρίς ντροπή καί διστακτικότητα μέ παρρησία καί μέ συντριβή καρδιᾶς καί νά ζητήσει νά ἱκανοποιήσει τή θεία εὐσπλαγχνία, γιά νά θεραπευτεῖ στήν ψυχή καί νά πετύχει τή σωτηρία.
Αὐτοί, πού ἁμάρτησαν κι ἀπό ντροπή δέν ἐξομολογοῦνται, παραδίνουν, γιά τήν ντροπή, τήν ψυχή τους στό θάνατο. Αὐτοί παθαίνουν τά ἴδια μέ τούς ἀρρώστους, πού ἀπό ντροπή δέν καταφεύγουν στούς γιατρούς κι ἐξαντλοῦνται άπό τήν ἀρρώστεια, ἡ ὁποία γρήγορα τούς στέλνει στόν ἅδη. Ὁ ἁμαρτωλός πρέπει νά ἐξομολογηθεῖ γιά νά σωθεῖ. Ὁ Θεός μέ τόν προφήτη Ἡσαΐα, δίνει τήν ἑξῆς ἐντολή: «Λέγε σύ πρῶτος τάς ἁμαρτίας σου, ὅπως δικαιωθῇς, ὅτι ἐγώ εἰμί ὁ ἐξαλείφων τάς ἁμαρτίας σου».
Γι᾿ αὐτούς, πού ντρέπονται καί δέν προσέρχονται στή σωτήρια ἐξομολόγηση, οἱ Ἅγιοι Πατέρες συμβουλεύουν αὐτά: «Ἡ ντροπή, ἄν βέβαια ντροπή μποροῦμε νά ὀνομάσουμε αὐτή τῆς ἐξομολόγησης, προξενεῖ δόξα καί χάρη», ὅπως λέει καί ὁ σοφός Σολομών: «Ὑπάρχει ἐντροπή, ἡ ὁποία εἶναι ἀξιοκατάκριτος ἁμαρτία. Ὑπάρχει ὅμως αἰδημοσύνη καί συστολή, ἡ ὁποία εἶναι διά τόν ἄνθρωπον δόξα καί χάρις».
Μή θεωρήσεις ὅτι δέν ἀξίζει νά ἐξομολογηθεῖς τήν ἁμαρτία σου, γιά ν’ ἀποφύγεις μέ τήν ἀπό δῶ ντροπή τήν ἀπό κεῖ ντροπή (ἐπειδή εἶναι μέρος κι αὐτό τῆς κόλασης ἐκείνης) καί θά φανεῖς ὅτι ἔχεις μισήσει πραγματικά τήν ἁμαρτία καί τήν ἐξευτέλισες καί τήν διαπόμπεψες, σάν ἄξια περιφρόνησης. Μᾶς προτρέπουν καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες νά βιασθοῦμε ὅσο τό δυνατόν, γιατί στά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς περιόρισε ὁ Θεός τή σωτηρία. Νά τί λέει ὁ θεῖος Χρυσόστομος: «Δέν ὑπάρχει γιά τούς νεκρούς στόν ἅδη ἐξομολόγηση καί διόρθωση. Γιατί περιώρισε ὁ Θεός ἐδῶ μέν τή ζωή καί τά ἔργα καί κεῖ τήν ἐξέταση τῶν ἔργων, πού ἔχουν πραχθεῖ». Ὁ ἴδιος θεῖος Πατέρας διδάσκει, ὅτι εἶναι ἀδύνατο νά διαφύγουμε τή ντροπή τῶν αἰσχρῶν πράξεών μας, γιατί, ἄν ἐδῶ ἀπό ντροπή δέν ἐξομολογηθοῦμε, θά ντραποῦμε ἐκεῖ ἐνώπιον πολλῶν μυριάδων. Νά τά λόγια τοῦ θείου Πατέρα: «Μπροστά στόν ἕνα δέν θέλουμε νά χυδαιολογοῦμε, μπροστά σέ τόσες μυριάδες ἐκεῖ τί θά κάνουμε;…… Σκέψου ποιό θά εἶναι τότε τό δικαστήριο, ἀναλογίσου ὅλα τά ἁμαρτήματα πού ἔκαμες. Καί ἄν ἀκόμα ὁ ἴδιος ξεχάσεις τά ἁμαρτήματα, ὁ Θεός ποτέ δέν θά τά ξεχάσει, ἀλλά θά τά στήσει ὅλα μπροστά στά μάτια μας, ἄν δέν προλάβουμε νά τά ἐξαλείψουμε τώρα μέ μετάνοια καί ἐξομολόγηση». Καί πάλι: «Πολλοί ἀπό τούς ἁμαρτωλούς λένε, εἶμαι γεμᾶτος ἀπό ρυπαρότητα· πῶς μπορῶ νά προσέλθω στό Θεό; πῶς μπορῶ νά τόν παρακαλέσω; Αὐτοί εἶναι ἄρρωστοι ἀπό διαβολική εὐλάβεια· καταφοβισμένος εἶσαι; γι’αὐτό πρόσελθε γιά ν’ ἀποκτήσῃς πολύ θάρρος· γιατί μήπως εἶναι ἄνθρωπος αὐτός μέ τόν ὁποῖο πρόκειται νά συνδιαλλαγῇς; Θεός εἶναι αὐτός πού θέλει περισσότερο νά σέ ἀπαλλάξῃ ἀπό τίς ἁμαρτίες· δέν ἐπιθυμεῖς σύ τήν ἀσφάλεια σου τόσο, ὅσο ἐκεῖνος ἐπιθυμεῖ τή σωτηρία σου». Καί ὁ σοφός Σειράχ παραγγέλει, λέγοντας: «Μή ἐντραπῇς νά ὁμολογήσῃς τάς ἁμαρτίας σου». Καί ὁ Ἰωβ: «ἐάν δέ μοῦ ἔτυχε νά ἁμαρτήσω, χωρίς νά τό θέλω καί ἔκρυψα τήν ἁμαρτία μου, ἄς μέ τιμωρήσῃ ὁ Θεός. Πότε ὅμως δέν ὑπεστάλην καί δέν ἐντράπηκα τον πολύν λαόν, ὥστε νά μήν ὁμολογήσω ἐνώπιον αὐτοῦ τό πταῖσμα μου».
Καί ὁ Μέγας Βασίλειος λέει, ὅτι ὀφείλουμε μέ παρρησία μέ τό στόμα νά ἐξομολογηθοῦμε, ἐπειδή μέ τό σῶμα ἁμαρτήσαμε καί νά τά λόγια του: «Διότι, ἐπειδή ἁμαρτήσαμε μέ τό σῶμα, ὅταν ὑποδουλώσαμεν τά μέλη μας εἰς τήν ἁμαρτίαν, διά νά πράξωμεν τήν ἀνομίαν μέ τό σῶμα καί νά ἐξομολογηθοῦμε, χρησιμοποιοῦντες τό ἴδιο ὄργανο γιά τή συγχώρηση τῆς ἁμαρτίας μέ τό ὁποῖο ἁμαρτήσαμε. Ἐκακολόγησες; Εὐλόγησε. Ἔγινες πλεονέκτης; Ἐπίστρεψέ τα. Ἐμέθυσες; Νήστευσε. Ὑπερηφανεύθης; Ταπεινώσου. Ἐφθόνησες; Ἐπαίνεσε. Ἐφόνευσες; Μαρτύρησε· ἤ κάνε ἐκεῖνα, πού εἶναι ἰσοδύναμα μέ τό μαρτύριο μέ τήν ἐξομολόγηση, βασάνισε τό σῶμα σου. Καί τότε μετά τήν ἐξομολόγηση εἶσαι ἄξιος νά ψάλλεις τό Θεό μέ δεκάχορδο ψαλτήρι».
Πρός αὐτούς πάλι, πού ἀναβάλλουν τήν ἐξομολόγησή τους άπό μέρα σε μέρα νά τί οἱ Πατέρες συμβουλεύουν: «Χρονοτριβώντας κι ἀποφεύγοντας νά ἐξομολογηθῇς τούς λογισμούς σου ἀπό τό ὅτι δέν ἔχεις καμμία ὠφέλεια, βεβαιώνεις ἔμπρακτα ὅτι ὁ ἐχθρός σοῦ ἀποκάλυψε τό μυστήριο καί φοβᾶσαι νά δυσαρεστήσῃς καί νά ἐκπέσῃς ἀπό τήν ἀγάπη του, ἄν ἤθελες βέβαια νά τό ἀποκαλύψεις σέ πνευματικούς ἄνδρες».
Ὁ δέ σοφός Σειράχ προτρέπει, λέγοντας: «Πρίν σέ κρίνῃ ὁ Κύριος, ἐξέτασε σύ τόν ἑαυτόν σου· καί κατά τήν ὥραν τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Κυρίου, θά εὕρῃς ἐνώπιον του ἔλεος καί συγχώρησιν».
Καί ὁ Κύριος λέει: «Προσέχετε, ἀγρυπνεῖτε καί προσεύχεσθε· διότι δέν γνωρίζετε πότε εἶναι καιρός τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. Καί διά νά ἐννοήσετε καλύτερον, θά συμβῇ κάτι ἀνάλογον μέ ἕναν ξενητεμένον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε τό σπίτι του, ἐξουσιοδότησε τούς δούλους του νά τό χρησιμοποιοῦν καί είς τόν θυρωρόν ἔδωσε τήν ἐντολήν νά εἶναι ἄγρυπνος καί νά περιμένῃ. Ἀγρυπνεῖτε, λοιπόν, καί προσέχετε, διότι δέν γνωρίζετε πότε ὁ Κύριος τοῦ σπιτιοῦ ἔρχεται, ἀργά τό βράδυ ἤ τό μεσονύκτιον ἤ τά χαράματα, ὅταν θά λαλοῦν οἱ πετεινοί. Ἀγρυπνεῖτε, μήπως τυχόν ἔλθῃ αἰφνιδίως καί σᾶς εὕρῃ νά κοιμᾶσθε. Αὐτά δέ πού λέγω εἰς σᾶς, τά λέγω εἰς ὅλους. Γρηγορεῖτε» (Μαρκ. 13, 33-37). Οἱ προσερχόμενοι πρός τήν ἐξομολόγηση ἀπό συνήθεια καί μέ πρόσχημα, αὐτοί πού ἐξομολογοῦνται χωρίς εἰλικρίνεια τά ἁμαρτήματα τους, ἥ ἀπό ντροπή τά ἀμβλύνουν καί τά δικαιολογοῦν, αὐτοί πού δικαιώνουν τούς ἑαυτούς τους καί κατηγοροῦν ἄλλους, αὐτοί τό Θεό ἐμπαίζουν, φερόμενοι παράλογα. Ἀλλ’ ὁ Θεός δέν ἐμπαίζεται, γιατί τά γνωρίζει ὅλα. Αὐτοί, πού ἀποκρύβουν τά ἁμαρτήματα τους, παθαίνουν τά ἴδια μέ τούς ἀρρώστους, πού ἀποκρύπτουν τίς ἀρρώστειες τους καί δέν φανερώνουν πρός τούς γιατρούς τήν ἀλήθεια ἀπό ντροπή, ἀλλά ἄν γίνεται κάποια θεραπεία στό πάθος τους, γίνεται καί σ’ αὐτούς, πού προσέρχονται καί στούς πνευματικούς γιατρούς καί ἀποσιωποῦν τήν ἀλήθεια.
Πρός ὅλους αὐτούς ὁ Δαυΐδ προβάλλει τό προσωπικό του ὑπόδειγμα, λέγοντας: «Ἔκανα γνωστή τήν ἀνομίαν μου καί δέν ἐκάλυψα τήν ἁμαρτίαν μου». Καί πάλι: «Συντετριμμένος ἀπό τό βάρος τῆς ἐνοχῆς μου θά ἐξομολογηθῶ ἐνώπιον ὅλων τήν ἁμαρτίαν μου καί θά καταβάλω κάθε προσπάθεια νά ἀπαλλαγῶ ἀπό αὐτήν καί οὐδέποτε πλέον νά τήν ἐπαναλάβω». Καί πάλι: «Θά ἐξομολογηθῶ μέ εἰλικρίνεια τήν ἀνομίαν μου εἰς τόν Κύριον καί θά κατηγορήσω δι’ αὐτήν τόν ἑαυτόν μου. Τότε ἀμέσως σύ, Κύριε, συνεχώρησες τήν ἀσέβειαν καί ἐξήλειψες τήν ἐνοχήν τῆς καρδίας μου».
Καί ὁ Παροιμιαστής λέει: «Ὁ δίκαιος ὅταν παρασυρθῇ εἰς κάποιαν ἀδικίαν, πρῶτος θά καταγορήσῃ τόν ἐαυτόν του ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου», καί «αὐτός ἀκόμη ὁ πασίγνωστος διά τάς δολιότητάς του, προσπαθεῖ νά συγκαλύψῃ τάς ἁμαρτίας τους εἰς συγκέντρωσιν λαοῦ».
Αὐτός, πού ἁμάρτησε, δέν πρέπει νά χάνει καθόλου καιρό, ἄν λυπᾶται τήν ψυχή του, ἀλλά ἀμέσως νά τρέχει μετανοιωμένος στήν ἐξομολόγηση καί θά βρεῖ κάποια δύναμη γιά ν’ ἀποκρούει τήν ἁμαρτία: Λέει ὁ πατήρ Νεῖλος: «Συνηθίζει ἡ πνευματική διδασκαλία νά ἀποδιώχνει τόν καπνό τῆς κακίας, πού ἔχει σωριαστεῖ στις ψυχές».
Ἐπιθυμοῦν οἱ δαίμονες νά μᾶς ἀφανίσουν. Ὅταν ἐμεῖς μετανοοῦμε καί ἐξομολογούμαστε, ἐκεῖνοι δέν πετυχαίνουν τό στόχο τους κι ἔτσι δικαιώνεται τό γραφικό χωρίο, πού λέει ὅτι «ἡ ἐπιθυμία τῶν ἁμαρτωλῶν ἐξαφανίζεται». Ὁ ἴδιος λέει: «Μεγάλο πράγμα νά μή καταδέχεται εὐχάριστα κανείς νά φταίει, ἄν δέ μέ τά δίχτυα τοῦ ἐχθροῦ συμβεῖ πτώση, πρέπει νά προσφύγει στήν πιό ὠφέλιμη ἐλπίδα· γιατί οἱ κλίσεις τῶν ἄνθρώπων εἶναι πρός τά ἀντίθετα».
Καί ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέει: «Δέν χρειάζεται χρόνο αὐτός, πού θέλει νά σωθεῖ· ὁ ληστής μάλιστα, δέν σώθηκε σέ χρονικό διάστημα, ἀλλά μόνο πιστεύοντας κέρδησε τόν ἀδαπάνητο θησαυρό τῆς βασιλείας».
Καί ὁ Ἰωβ λέει: «Ἀρκεῖ μόνον ὁ ἄνθρωπος νά συναισθανθῇ μέ τήν καρδία του καί ἐπιστρέψῃ διά τῆς μετανοίας πρός τόν Κύριον, νά ὁμολογήσῃ δέ εἰς κάθε ἄνθρωπον τήν ἀξίαν μομφῆς καί καταδίκης συμπεριφοράν του, νά δείξῃ δέ φανερά τήν άσύνετον διαγωγήν του ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ Θεός θά τόν βαστάσῃ καί θά τόν στηρίξῃ, ὥστε νά μήν πέσῃ νεκρός. Θά ἀνανεώσῃ δέ αὐτοῦ τό σῶμα, ὅπως ἀνανεώνεται ὁ ἀσπριζόμενος τοῖχος. Τά δέ ὀστᾶ του θά γεμίσουν ἀπό μυελόν. Τάς ἐξηντλημένας καί ἀπεξηραμμένας σάρκας του θά τάς θεραπεύσῃ καί θά τάς καταστήσῃ ἁπαλάς ὁ Κύριος, ὅπως τοῦ μικροῦ παιδιοῦ. Θά ἀποκαταστήσῃ δέ αὐτόν τόν ἄνδρα μεταξύ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ὅταν δέ εὐχηθῇ καί ἀπευθύνῃ δεήσεις πρός τόν Κύριον, θά γίνουν δεκτά τά αἰτήματα του. Θά παρουσιασθῆ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μέ πρόσωπον ἱλαρόν καί χαρωπόν ἐκφράζων δοξολογίας καί εὐχαριστίας πρός τόν Θεόν. Εἰς τούς ἀποδεχομένους κατ’ αὐτόν τόν τρόπον τήν συνετήν παιδαγωγίαν, θά ἀποδώσῃ ὁ Κύριος τήν δικαίωσιν καί τήν ἀμοιβήν τῶν δικαίων».
Καί ὁ Ἀριστοτέλης λέει ὅτι: «Αὐτός πού ὁμολόγησε τήν ἁμαρτία του μέ τή συγκατάθεσή του, τοποθετεῖ τόν ἑαυτό του ὄχι μακρυά (=κοντά) στόν ἀναμάρτητον».
Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει ὅτι: «Πληγές, πού καταπολεμοῦνται δέ θά χειροτερέψουν, ἀλλά θά γιατρευτοῦν. Γιατί τίποτα δέν δίνει τόση δύναμη στούς δαίμονες καί στούς λογισμούς μας ἐναντίον μας, ὅση νά τρέφουμε μέσα στήν καρδιά μας τούς ἀνεξομολόγητους λογισμούς». Τέτοια καί τόσο μεγάλα εἶναι τά ὀφέλη, πού προέρχονται ἀπό τήν ἄμεση καί εἰλικρινή ἐξομολόγηση.
Παραγγέλλει ὅμως ὁ προφήτης Ἡσαΐας νά εἴμαστε πάρα πολύ ἕτοιμοι: «Ἀναζητήσατε τόν Κύριον μέ προθυμίαν· καί ὅταν τον εὕρετε, ἐπικαλεσθῆτε μέ πίστιν τήν βοήθειάν του· ὅταν δέ ὁ Κύριος σᾶς πλησιάζῃ, ὁ ἀσεβής ἄς ἐγκαταλείψῃ τάς ἁμαρτωλάς αὐτοῦ ὁδοῦς καί ὁ παράνομος ἄνθρωπος ἄς ἐπιστρέψῃ ἐν μετανοίᾳ πρός τόν Κύριον. Καί τότε ὁ Κύριος θά τόν ἐλεήσῃ, διότι εἰς μεγάλην ἔκτασιν θά συγχωρήσῃ τάς ἁμαρτίας ἐκείνου καί ὅλων σας» (55, 6).
Ὁ δε΄Γρηγόριος ὁ Θεολόγος διδάσκει καί τόν τρόπο τῆς ἐπανόρθωσης τῶν πλημμελημάτων, πού ἔχουν πραχθεῖ, λέγοντας: «Περιστοιχίσου μέ λίπασμα, μέ δάκρυα, μέ στεναγμούς, μέ τή διόρθωση μέσω τῆς ἐξομολόγησης καί τῆς δημοσίας φανέρωσης καί καταισχύνης. Γιά τίποτα ἄλλο δέν χαίρει τόσο πολύ ὁ Θεός, ὅσο μέ τή διόρθωση καί σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, χάριν τοῦ ὁποίου ἔχουν λεχθεῖ τά πάντα καί ἕχουν δοθεῖ ὅλα τά μυστήρια».
Ἡ ἐξομολόγηση ὅμως ἀπαιτεῖ καί τήν εὕρεση ἱκανοῦ καί ἔμπειρου γιατροῦ (=πνευματικοῦ πατέρα). Γιά τη ἀνάγκη αὐτή, πού δέν γίνεται ν’ ἀποφευχθεῖ, νά τί λέει κάποιος ἅγιος Πατέρας: «Ὅπως, λοιπόν, τά νοσήματα τοῦ σώματος δέν τά ἀποκαλύπτουν οἱ ἄνθρωποι στούς ὁποιουσδήποτε, οὔτε στούς τυχαίους, ἀλλά στούς ἔμπειρους (=εἰδικούς) γιά τήν κάθε ἀρρώστεια, ἔτσι καί ἡ ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν πρέπει νά γίνεται σ’ αὐτούς πού μποροῦν νά τίς γιατρέψουν».
Ὥστε, πρέπει νἀ φροντίζουμε καί νά ἐπιζητοῦμε τούς ἔμπειρους γιατρούς, πού θά μποροῦν νά γιατρέψουν τά τραύματα τῆς πληγωμένης ψυχῆς μας ἀπό τίς ἁμαρτίες. Φροντίδα, πού δέν παίρνει ἀναβολή γιά τό βίαιο χαρακτήρα τῶν τραυμάτων καί τῶν ποικίλων παθῶν. Φροντίδα ἀνάλογη μέ τόν ἐπικείμενο κίνδυνο. Γιατί ὅπως ὁ ἀδέξιος γιατρός στέλνει πολλούς στίς πόρτες τοῦ ἅδη, ἔτσι καί ὁ ἀκατάλληλος καί ἄσοφος πνευματικός στέλνει πολλές ψυχές στόν ἅδη.
Ὤ! Πόσο φοβερό κακό νά βρίσκει κανείς τό θάνατο, ἐκεῖ πού ἀκριβῶς ζητάει θεραπεία; Ποιός μπορεῖ νά ὑπολογίσει τό μέγεθος τῆς μεγάλης αὐτῆς συμφορᾶς; Ποιός θά μπορέσει νά θρηνήσει μιά τέτοια ἀπώλεια! Σέ κρουνούς δακρύων πρέπει νά μεταβληθοῦν τά μάτια του, γιά νά κλάψει ἀντάξια τή συμφορά! Ἀλοίμονο! Ἀλοίμονο! σ’ αὐτούς πού κάνουν τόν πνευματικό καί θανατώνουν τίς ψυχές τῶν ἐξομολογουμένων! Ἀλοίμονο σ’ αὐτούς πού ζητοῦν χρήματα γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ἀντί κατάνυξη καί συντριβή καί ἱκανοποίηση τοῦ θείου μέ ἀληθινό καί ἐνάρετο βίο. Ἀλοίμονο σ’ αὐτούς πού ζητοῦν μέ ἀμοιβή νά πουλήσουν τή συγχώρηση τῶν παραπτωμάτων! Ἀλοίμονο στούς ὑποκριτές, πού ὑποκρίνονται εὐλάβεια γιά ἐξαπάτηση τοῦ θείου καί κερδοσκοπία, σ’ αὐτούς πού κάνουν ἐπάγγελμα τήν εὐσέβεια γιά νά εἰσπράττουν χρήματα! Ἀλλοίμονο σ’ αὐτούς πού ὑπόσχονται προσευχές καί δεήσεις ὑπέρ αὐτῶν, πού ἁμάρτησαν γιά νά εἰσπράξουν χρήματα. Ἀλοίμονο στούς ἐμπόρους ψυχῶν, πού πουλᾶνε ἀντί ὀλίγων χρημάτων τίς ψυχές τῶν χριστιανῶν στούς δαίμονες! Ἀλοίμονο σ’ αὐτούς πού διδάσκουν τό ψεῦδος! Ἡ θέση τους θά εἶναι μέ τόν πατέρα τους τό διάβολο, τόν πατέρα τοῦ ψεύδους.
Ἀγαπητοί χριστιανοί! Ὁ Θεός δέν εἶναι φτωχός, δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τίποτα, γιατί ἀπό τίποτα δέν στερεῖται. Μή, λοιπόν, προσφέρεις ξένες δεήσεις καί προσευχές γιά τήν ἱκανοποίηση τῆς θείας εὐσπλαγχνίας, πού σύ πρόσβαλες, γιά νά ἐξιλεώσεις τό Θεό, πού παροργίστηκε, γιατί δέν ὠφελεῖσαι σέ τίποτα. Ἁμάρτησες; Αἰσθάνεσαι τό βάρος τῆς ἁμαρτίας; Σέ ἐλέγχει ἡ συνείδησή σου; Φρόντισε νά ἀνακουφισθεῖς, φρόντισε νά βάλεις τέρμα στόν ἔλεγχο τῆς συνείδησης.
Ὁ πνευματικός εἶναι ὁ μόνος γιατρός. Ζήτησε μέ φροντίδα μᾶλλον τά φάρμακα, παρά τίς εὐχές καί τίς δεήσεις· ἀλλά κι ἄν αὐτές τίς ζητήσεις, μή παραλείψεις ὅμως τά φάρμακα. Ὅπως, ὅταν ἀρρωσταίνουμε, καθώς διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος, ζητᾶμε μέν τίς προσευχές, ἀλλά μέ τό λάδι τοῦ Εὐχελαίου χριζόμαστε, ἔτσι καί ἐδῶ, ζήτησε τό φάρμακο, κι ἄν εἶσαι πλούσιος, δῶσε στούς ἁγίους (=εὐσεβεῖς χριστιανούς) νά εὔχονται γιά σένα καί σύ προσευχήσου μαζί τους. Ἡ δέηση αὐτῶν, πού προσεύχονται γιά σένα, νά εἶναι ἔκφραση τοῦ βαθυτάτου σου πόθου, γιά τήν ἐξιλέωση τοῦ θείου. Διαφορετικά δέν σέ ὠφελεῖ ἡ πληρωμή καί οἱ δεήσεις τῶν ἄλλων, ἄν σύ ἀμελεῖς. Γιατί, σύ σέ τίποτα δέν ἔγινες ὡς πρός τόν ἑαυτό σου ἠθικώτερος.
Ἀγαπητοί, πρόκειται γιά τήν ἠθική ἀναγέννηση. Πρόκειται γιά χριστιανικό βίο. Πρόκειται γιά ἐνάρετο καί σεμνό τρόπο ζωῆς. Πρόκειται νά φέρουμε κοντά μας, νά γίνει δικός μας ὁ Θεός. Πρόκειται γιά τήν τελειότητα καί τήν ἁγιότητα. Γιατί, ἄν γίνουμε τέτοιοι, ὅπως εἴπαμε, γινόμαστε μέτοχοι αἰώνιας ζωῆς.
Ἄν, λοιπόν, δέν ἀγωνισθοῦμε, τίποτα δέν κατορθώσαμε καί εἶναι μάταιες καί οἱ δεήσεις τῶν προσευχομένων καί εὐεργετουμένων μέ μισθό, μάταια καί τά σαρανταλείτουργα, πού γίνονται γι’ αὐτόν πού δέν μετανόησε καί δέν ἱκανοποίησε τό θεῖο. Σωζόμαστε μέ τή συντριβή τῆς καρδιᾶς.

ΟΜΙΛΙΑ Θ΄
Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ἀναγκαία


ἐξομολόγηση εἶναι ἀναγκαία γιά τούς ἑξῆς λόγους: α) Γιατί εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ. β) Γιατί ἐπαναφέρει καί ἀποκαθιστᾶ τήν εἰρήνη μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Καί γ) γιατί ἠθικά καί πνευματικά ὠφελεῖ τόν ἄνθρωπο.
Τό ὅτι ἡ ἐξομολόγηση εἶναι θεία ἐντολή φαίνεται ἀπό τίς Ἅγιες Γραφές καί τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης. Ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ λέει ὁ Μωϋσῆς πρός τούς υἱούς Ἰσραήλ: «Ἐάν ἀνήρ ἤ γυνή διαπράξουν κάποιο ἐκ τῶν ἀνθρωπίνων ἁμαρτημάτων καί ζημιώσουν τόν πλησίον των καί διά λόγους ἀγνοίας ἤ ἀμελείας καταπατήσουν οὕτω τόν θεῖον νόμον καί ἁμαρτήσουν εἶναι ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἁμαρτήσας θά ὁμολογήσῃ πρός ἐξιλέωσίν του τήν ἁμαρτίαν τήν ὁποίαν ἔκαμε» (Ἀριθμ. 5, 6-7). Καί πάλι: «Ἐάν κανείς ἁμαρτήσῃ …… αὐτός πρέπει νά ὁμολογήσῃ τήν ἁμαρτίαν αὐτήν καί θά δώσῃ ὁλόκληρον τό κεφάλαιον καί ἐπί πλέον τό ἕν πέμπτον τοῦ κεφαλαίου ὡς πρόστιμον. Διά τήν ἀδικίαν αὐτήν, πού διέπραξε, θά προσφέρῃ πρός τόν Κύριον ἀπό τά πρόβατά του πρός θυσίαν κριόν» (Λευϊτικό 5, 6). Στίς παροιμίες τοῦ Σολομῶντος ἀναφέρεται: «Ἐκείνος πού σκεπάζει τά ἁμαρτήματά του καί δέν τά παραδέχεται οὔτε τά ὁμολογεῖ δέν θά εὐοδωθῇ εἰς τά ἔργα του. Ἐξ ἀντιθέτου ἐκεῖνος πού τά ὁμολογεῖ και εἶναι πρόθυμος νά δεχθῇ ἐλέγχους, θά ἀγαπηθῇ ἀπό τόν Θεόν» (28, 13).
Ὅλοι οἱ προφῆτες καί ἰδίως ὁ Δαυΐδ παραγγέλνουν τήν ἐξομολόγηση. Ἔτσι, αὐτοί πού πήγαιναν στόν Ἰορδάνη, στόν Κήρυκα τῆς Μετανοίας, τό Βαπτιστή Ἰωάννη, ἐξομολογοῦνταν προηγουμένως τίς ἁμαρτίες τους. Νά τά λόγια τοῦ Εὐαγγελιστοῦ: «Τότε οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ καί ὅλης τῆς Ἰουδαίας καί ὅλης τῆς περιοχῆς δεξιά καί ἀριστερά τοῦ Ἰορδάνου ἔβγαιναν τότε εἰς τήν ἔρημον πρός τόν Ἰωάννην. Και ἐβαπτίζοντο ἀπό αὐτόν εἰς τόν Ἰορδάνην, ὅπου συγχρόνως ἐξομολογοῦντο καί τάς ἁμαρτίας των» (Ματθ. 3, 5-6). Ἄρα ἡ ἐξομολόγηση εἶναι θεία ἐντολή καί σάν ἐντολή καί μάλιστα θεία πρέπει νά τηρεῖται ἀκριβῶς γιά τή σωτηρία τῶν μετανοούντων. Ἡ ἐντολή αὐτή πῆρε καί νέο κῦρος στήν Καινή Διαθήκη. Ἡ ἐξομολόγηση ὑπῆρξε ἡ θύρα τῆς εἰσόδου στό Χριστιανισμό καί τοῦτο τρανά φανερώνεται ἀπό τήν ἐξομολόγηση ὅσων βαπτίζονταν στόν Ἰορδάνη ἀπό τόν Ἰωάννη, τοῦ ὁποίου τό βάπτισμα ἦταν προθάλαμος γιά τό Χριστιανισμό, γιατί ἔλεγε: «Ἐγώ μέν σᾶς βαπτίζω μέ νερό, διά νά σᾶς ὁδηγήσω εἰς τήν μετάνοιαν· ἐκεῖνος ὅμως πού ἔρχεται ἔπειτα ἀπό ἐμέ, εἶναι ἰσχυρότερός μου καί δέν εἰμαι ἐγώ ἄξιος οὔτε τά ὑποδήματά του νά βαστάσω. Αὐτός θά σᾶς βαπτίσῃ μέ Πνεῦμα Ἅγιον καί μέ τό πῦρ τῆς χάριτος (πού κατακαίει τήν ἁμαρτίαν, καθαρίζει δέ καί ζωογονεῖ τήν ψυχήν)» (Ματθ. 3, 11).
Αὐτό ἐπίσης μαρτυρεῖται καί ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Γιατί, στή διήγηση του ὁ Ἀπόστολος Λοῦκας γιά τήν προσέλευση στό Χριστιανισμό τῶν Ἐφεσίων, λέει ὅτι ἔρχονταν γιά νά ἐξομολογηθοῦν τίς πράξεις τους καί μάλιστα ἐνώπιον ὅλων. Νά τά λόγια τοῦ Ἀποστόλου: «Πολλοί δέ ἀπό ἐκείνους, πού εἶχαν πιστεύσει, ἤρχοντο, ἐξωμολογοῦντο καί ἀνακοίνωναν δημόσιᾳ τάς κακάς των πράξεις» (Πραξ. 19, 18). Ἡ προσευχή τοῦ «Πάτερ ἡμῶν» εἶναι μία συνεχής καί καθημερινή ἐξομολόγηση. Ἡ αἴτηση γιά ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας, εἶναι ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν.
Τήν ἐξομολόγηση συνιστᾶ καί ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος μέ τά λόγια: «Νά ἐξομολογῆσθε μέ εἰλικρινῆ μετάνοιαν καί συντριβήν μεταξύ σας τά ἁμαρτήματα σας καί νά προσεύχεσθε ὁ ἕνας ὑπέρ τοῦ ἄλλου, διά νά θεραπευθῆτε καί ἀπό τάς σωματικάς καί ἀπό τάς πνευματικάς ἀσθενείας. Διότι δέησις, ἡ ὁποία προσφέρεται μέ πίστιν πολλήν πρός τόν Θεόν ἐκ μέρους τοῦ δικαίου, ἔχει μεγάλην δύναμιν καί φέρει θαυμαστά ἀποτελέσματα» (Ἰακ. 5,16). Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης πάλι συμβουλεύει ὅταν λέει: «Ἐάν ὅμως, μέ αὐτογνωσίαν καί συναίσθησιν τῆς ἐνοχῆς μας ὁμολογοῦμεν τάς ἁμαρτίας μας, εἶναι ἀξιόπιστος ὁ Θεός, διά τήν τήρησιν τῆς ὑποσχέσεώς του περί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας, εἶναι δέ καί δίκαιος, ὥστε βάσει τῆς θυσίας τοῦ Υἱοῦ του, νά συγχωρήση τάς ἁμαρτίας μας καί νά μᾶς καθαρίσῃ ἀπό κάθε ἀδικίαν» (Ἐπιστ. Α΄ 1,9). Ἡ ἐξομολόγηση σάν ἀρχαῖο ἔθιμο τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρεται καί στόν Εἰρηναῖο (κατά Αἱρέσεων Α΄ 13), στόν Τερτυλλιανό («Περί μετανοούντων» 2, 4, 9, 10), στόν Ὠριγένη ( σέ Ὁμιλία Β΄ 4 στό Λευϊτικό) καί στόν Κυπριανό ( Ἐπιστολή LVLIX).
Τήν ἐξομολόγηση οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τή θεωροῦσαν ἀναγκαία καί ὠφέλιμη, γιατί γιά νά μποῦν στό νόημα τῶν Ἐλευσινίων καί τῆς Σαμοθράκης μυστηρίων, ἐξομολογοῦνταν προηγουμένως τίς ἁμαρτίες τους ( Πλουτάρχ., Ἀποφθέγματα). Καί ὁ Σωκράτης συμβούλευε τήν ἐξομολόγηση σάν σωτηρία. «Ἄν κάποιος μέ ἀδικήσει, μέ τή θέλησή του νά πάει πρός τά ἐκεῖ, ὅπου τρέχοντας στό γιατρό (=δικαστή) θά τιμωρηθῇ, γιά νά μή τοῦ γίνει χρόνιο τό νόσημα τῆς ἀδικίας καί ὑποσκάψῃ τήν ψυχή καί τήν κάνῃ νά μήν παίρνῃ γιατρειά» (Πλάτωνος Γοργίας).
Καί ὁ Πυθαγόρας ἔλεγε: «Νά προσπαθῇς τά ἁμαρτήματα σου νά μήν τά καλύπτης μέ δικαιολογίες, ἀλλά νά τά διορθώνῃς μέ ἐλέγχους».
Καί ὁ Ἀριστοτέλης: «Δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τόν ἀναμάρτητο αὐτός πού ὁμολόγησε καλόγνωμα τήν ἁμαρτίαν του».
Ἡ ἐξομολόγηση πραγματικά εἶναι θεία ἐντολή, γιατί εἶναι μία ὑπόδειξη τῆς καρδιᾶς. Αὐτός πού ἁμάρτησε αἰσθάνεται ἐπιβαρυμένη τήν καρδιά του καί δέ βρίσκει ἀνακούφιση, ἄν δέν ἐξομολογηθεῖ τό ἁμάρτημά του, ἄν δέν τό ὁμολογήσει μπροστά στό Θεό. Ἡ Ἁγία Γραφή ἀναφέρει ἀρχαιότατο παράδειγμα, τήν ἐξομολόγηση τοῦ Λάμεχ, νά ἐξομολογεῖται στίς γυναῖκες του μέ θλίψη, γιατί σκότωσε ἄνδρα.
Τά ἀρχαία ἔθνη ἁμαρτάνοντα, προσφέραν ἱλαστήριες θυσίες στό Θεό καί προσφέροντάς τες ἐξομολογοῦνταν καί τίς ἁμαρτίες τους. Αὐτές οἱ δεήσεις, πού ἀπευθύνονταν πρός τό Θεό. Οἱ ἐξιλαστήριες θυσίες εἶναι μία ἔμπρακτη ὁμολογία τῆς ἁμαρτίας καί ἐνοχῆς αὐτοῦ, πού τίς προσφέρει. Αὐτός, πού δέν ἐξομολογεῖται τήν ἁμαρτία του, ποτέ δέ θά βρεῖ ἀνάπαυση, γιατί ποτέ δέν θά φέρει κοντά του τό Θεό. Αὐτός, πού δέν ἐξομολογεῖται τό ἁμάρτημά του, βρίσκεται πάντοτε κάτω ἀπό τό βάρος τῆς ἐνοχῆς καί μακρυά ἀπό τό Θεό. Γι’ αὐτό καί ἡ ψυχή του θλίβεται καί πονάει. Ἡ ἠθική κατάσταση, πού ἐπικρατεῖ στόν ἁμαρτωλό, ὁ ἀκατάπαυστος ἔλεγχος, γεννιέται ἀπό τή συναίσθηση τῆς ψυχῆς, πού ἀναγνωρίζει τήν ἁμαρτία της καί ζητάει ἀνακούφιση. Ἡ ψυχή ζητάει τήν ἐξομολόγηση, γιατί γνωρίζει τή θεία ἐντολή, γιατί κατάλαβε ὅτι ἡ ἐξομολόγηση εἶναι τό μόνο μέσο τῆς συμφιλίωσης καί εἰρήνευσης μέ τό Θεό, τόν ὁποῖο μέ τήν ἁμαρτία αἰσθάνεται ὅτι τόν ἐξόργισε καί θέλει νά τόν ἰκανοποιήσει, γιά νά μήν ἀποστρέψει ὁ Θεός τό πρόσωπό Του ἀπ’ αὐτόν, ἀλλά νά γίνει ἵλεως καί νά τοῦ συγχωρήσει τά ἁμαρτήματά του.
Ἀφοῦ ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ἐνδόμυχη ὁρμή, ἔτσι καί ἡ ἱκανοποίηση τοῦ θείου εἶναι ἐνδόμυχη προτροπή, πού μᾶς παρακινεῖ σ’ αὐτή. Γιατί ἡ ψυχή συναισθάνεται, ὅτι ἁμάρτησε πρός τό Θεό καί ὅτι ὀφείλει νά ἱκανοποιήσει τή θεία εὐσπλαχνία, γιά νά θεραπευτεῖ. Μόνο ἡ Ἐκκλησία ἔλαβε τήν ἐξουσία νά συμφιλιώνει τόν ἄνθρωπο μέ τό Θεό καί ν᾿ ἀποδίδει τή θεραπεία. Γι᾿ αὐτό πρός τήν Ἐκκλησία πρέπει ὁ ἁμαρτωλός νά προστρέξει. Αὐτή μόνο μπορεῖ νά τόν συμφιλιώσει πρός τό Θεό. Τό ἔργο καί ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας τό μαρτυροῦν, ὅπως θά τό ἀποδείξουμε μέ ὅσα θά ἐκθέσουμε παρακάτω.
Ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν
Ἐκεῖνος πού ἁμάρτησε στό Θεό, ἔχει ἀνάγκη μεσίτη. Ὁ ἐρχομος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἐξουσία, πού δόθηκε στούς Ἀποστόλους Του νά συγχωροῦν ἁμαρτίες, τό μαρτυρεῖ. Γιατί, ἄν δέν ἦταν ἀναγκαία ἡ ἄφεση γιά τή θεραπεία τῶν ψυχῶν, οὔτε ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τῆς ἀνθρωπότητας ἦταν ἀναγκαία, οὔτε οἱ Ἀπόστολοι, πού ἀποστέλλονται γιά τό κήρυγμα ἦταν ἀνάγκη νά ἐφοδιασθοῦν μέ τέτοια ἐξουσία. Γιατί ἡ πίστη πρός τόν Χριστό καί τό βάπτισμα μόνο θά ἀρκοῦσε καί ὁ Θεός μποροῦσε νά κρατήσει γιά τόν ἑαυτό του αὐτή τήν ἐξουσία, τό νά συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες. Ἀλλά ἔδωσε τήν ἐξουσία στούς Ἀποστόλους, ὄχι μόνο νά συγχωροῦν ἁμαρτίες, ἀλλά καί νά μή τίς συγχωροῦν. Ἔδωσε ἐξουσία νά τίς δεσμεύουν καί νά τίς λύνουν. «Εἰς ὅποιους συγχωρεῖτε τίς ἁμαρτίες, θά εἶναι συγχωρημένες καί ἀπό τόν Θεόν. Εἰς ὅποιους ὅμως τίς κρατεῖτε ἄλυτες καί ἀσυγχώρητες, θά μείνουν αἰωνίως ἀσυγχώρητες». Ἡ ἐξουσία αὐτή, πού δόθηκε τόσο ἀπόλυτα, μαρτυρεῖ βέβαια τήν ἀπόλυτη ἀνάγκη, πού πηγάζει ἀπό τό ἀποστολικό ἔργο. Ἄν δέ ἡ ἱδρυθεῖσα Ἐκκλησία παρέλαβε τό ἀποστολικό ἔργο γιά νά τό συνεχίσει, συμπεραίνεται ὅτι παρέλαβε καί τό δικαίωμα νά δεσμεύει καί νά λύνει ἁμαρτίες.
Ἡ ἐξουσία τοῦ νά δεσμεύει καί τοῦ νά λύνει, δόθηκε στήν Ἐκκλησία κι ἐξασκήθηκε, ὅπως εἴπαμε, ἀπό τούς ἀποστολικούς χρόνους. Αὐτό μαρτυρεῖται ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἀπόστολο Παῦλο, πού δίνει ἐντολή στούς Κορινθίους νά ἀφορίσουν (=ἀποκόψουν) ἀπό τήν Ἐκκλησία αὐτόν πού ἔπεσε στό ἁμάρτημα τῆς πορνείας μέ τή σύζυγο τοῦ πατέρα του καί νά τόν παραδώσουν στό Σατανᾶ γιά νά τιμωρηθεῖ καί βασανιστεῖ τό σῶμα του καί γιά νά σωθεῖ ἡ ψυχή του κατά τήν ἡμέρα τῆς Β΄ Παρουσίας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ (Κορινθ. Α΄ 5, 5).
Ἡ ἐξουσία τοῦ νά δεσμεύει καί τοῦ νά λύνει δόθηκε, ὅπως ἀποδείχθηκε ἀπό τή χρήση πού γινόταν, γιά νά διατηρηθεῖ ἡ ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά εἶναι ἁγία καί ἄμωμη. Γιατί, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ἠγάπησε τήν Ἐκκλησίαν καί παρέδωκεν ὑπέρ αὐτῆς τόν ἑαυτόν του εἰς σταυρικόν θάνατον, διά νά τήν ἁγιάσῃ, καθαρίσας αὐτήν μέ λουτρόν τοῦ ὕδατος, δηλαδή διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, κατά τό ὁποῖον λέγεται τό ἱερόν λόγιον ¨εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος¨ καί τοῦτο διά νά τήν καταστήση καί τήν παραστήση εἰς τό πλευρόν του ὡς νύμφην ἔνδοξον καί ἄσπιλον, τήν Ἐκκλησίαν, χωρίς πλέον αὐτή νά ἔχη καμμίαν κηλῖδα ἤ ρυτῖδα ἤ τίποτε ἄλλο ἀπό ἐκεῖνα, πού ρυπαίνουν καί ἀσχημίζουν, ἀλλά νά εἶναι ἁγία καί ἄμεμπτος» (Ἐφεσ. 5, 25-27).
Ἡ ἐξουσία αὐτή δίνει στήν Ἐκκλησία τή δύναμη τοῦ νά διατηρεῖται ἁγία καί ἄμωμη καί νά μπορεῖ νά γίνει άληθινή ζύμη γιά νά ζυμώσει ὅλο τό φύραμα. «Ἐάν δέ ἡ ἀπαρχή τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, δηλαδή οἱ πατριάρχαι, οἱ προφῆται, οἱ δίκαιοι, πού πρῶτοι διά τήν ἀξίαν των εὐλογήθηκαν ἀπό τόν Θεόν, εἶναι ἁγία, τότε καί ἡ μᾶζα τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ εἶναι δεκτική ἁγιότητος. Καί ἐάν ἡ ρίζα εἶναι ἁγία, τότε καί οἱ κλάδοι, δηλαδή οἱ Ἰσαηλῖται, ἠμπορεῖ νά γίνουν ἅγιοι» (Ρωμ. 11, 16).
Ἄν ἡ Ἐκκλησία στεροῦνταν ἀπ᾿ αὐτή τή δύναμη, δέν θά μποροῦσε νά ἐκπληρώσει τήν ἀποστολή της, γιατί μέ ποιό τρόπο θά διαφυλασσόταν ἁγία καί ἄμωμη; Πῶς θά ἀπέκλειε τούς βδελυρούς ἀπό τήν ὁμήγυρη ἤ καί πῶς θά προσλάμβανε τούς μετανοιωμένους; Τί εἴδους συναίσθηση θά εἶχε γιά τήν ἠθική κατάσταση τῶν μελῶν της; Ἀπό ποῦ θά γνώριζε ὅτι δίνει τά ἅγια στούς ἁγίους, ἤ ὅτι πάλι ἀποστερεῖ αὐτούς, πού ἤδη εἶχαν ἐξιλεώσει τό Θεό μέ τή μετάνοια;
Ἡ ἐξουσία τοῦ νά δεσμεύει καί νά λύνει εἶναι καί θά εἶναι ἡ δύναμη, πού διατηρεῖ τήν Ἐκκλησία ἁγία καί ἄμωμη. Γι᾿ αὐτό ἡ Ἐκκλησία, ἀπό τά ἀποστολικά χρόνια, δέν ἔπαψε νά ἐξασκεῖ τή μεγάλη αὐτή ἐξουσία. Πρέπει, μάλιστα, αὐτοί πού προνοοῦν γιά τήν ψυχική τους σωτηρία νά προστρέχουν στήν Ἐκκλησία σάν τό μόνο φάρμακο, γιατί διαφορετικά δέν ὑπάρχει σωτηρία. Ὁ Κύριος προσκαλοῦσε ὅλους αὐτούς, πού κοπιάζουν κι εἶναι φορτωμένοι ἀπό τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν, νά τούς ἀναπαύσει. Ἡ Ἐκκλησία, πού συνεχίζει τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, προσκαλεῖ τούς φορτωμένους μέ τίς ἁμαρτίες, νά τούς ἀναπαύσει. Πῶς θά ἀναπαυόντουσαν οἱ φορτωμένοι μέ τίς ἁμαρτίες, ἄν ἡ Ἐκκλησία δέν δέσμευε κι ἔλυνε; Πῶς θά ἀναπαυόνταν τά ἔθνη, ἄν οἱ Ἀπόστολοι δέν εἶχαν τήν ἐξουσία νά συγχωροῦν ἁμαρτίες; Πῶς θά συνεχιζόταν τό ἀποστολικό ἔργο, ἄν ἡ Ἐκκλησία δέν κληρονομοῦσε τό ἀποστολικό αὐτό χάρισμα; Ἡ Ἐκκλησία, ἀγαπητά μου παιδιά ἐν Κυρίῳ, εἶναι ἡ μόνη πού μπορεῖ νά ἀνακουφίσει ἀπό τό βάρος τούς φορτωμένους μέ τίς ἁμαρτίες. Ἐλᾶτε ὅλοι οἱ βαρυφορτωμένοι καί θά βρῆτε ἀνάπαυση στίς ψυχές σας.
Ἡ μεγάλη ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ θεῖος χαρακτήρας της ὑποχρεώνουν τά μέλη της νά τήν διατηροῦν ἁγία καί ἄμωμη, χωρίς νά ἔχει κηλῖδα ἤ ρυτῖδα ἤ κάτι σχετικό μ᾿ αὐτά, γιά νά εἶναι ἁγία καί ἄμωμη καί ὡς νύμφη τοῦ Χριστοῦ ἀγαπημένη καί καθαρισμένη μέ τό αἶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἔχοντας δέ ἀποστολή νά ζυμώσει ὅλο τό φύραμα (ζύμη) νά μπορεῖ νά ἐκπληρώσει τό μεγάλο της προορισμό. Οἱ βαρυφορτωμένοι μέ ἁμαρτίες, πού καλοπερνοῦν μ᾿ αὐτές κι ἔχουν σχέση μέ τήν Ἐκκλησία, βεβηλώνουν τήν ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας καί γίνονται ἐμπόδιο στό ἔργο τῆς μεγάλης της ἀποστολής.
Ὁ Παῦλος λέει ὅτι τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά εἶναι ἄγια καί ἀκατάκριτα: «Αὐτό δέ τό ἐπραγματοποίησεν ὁ Θεός σύμφωνα μέ τήν ἐκλογήν, πού μᾶς ἔκανε διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρίν ἀκόμη δημιουργηθῇ ὁ κόσμος, πρός τόν σκοπόν νά εἴμεθα ἡμεῖς ἅγιοι καί ἀνεπίληπτοι ἐνώπιον του. Ἐν τῇ ἀγάπῇ του δέ προώρισεν ἡμᾶς ν᾿ ἀποκτήσωμεν τήν υἱοθεσίαν καί νά γίνωμεν τέκνα του κατά χάριν διά μέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τήν ἀγαθήν του διάθεσιν καί τό ἅγιόν του θέλημα, πού ἔχει διά νά σωθῶμεν καί μᾶς ἔκαμε χαριτωμένους διά μέσου τοῦ ἀγαπημένου του Υἱοῦ. Πράγματι δέ διά τοῦ Υἱοῦ του ἐλάβομεν καί ἔχομεν τήν ἀπελευθέρωσιν ἀπό τήν δουλείαν τῆς ἁμαρτίας καί τήν σωτηρίαν μέ τό αἷμα του, πού ἐχύθη ἐπάνω εἰς τόν Σταυρόν καί ἐδόθη διά τήν ἐξαγοράν μας. Ἐλάβομεν ἔτσι καί ἔχομεν τήν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μας σύμφωνα με τόν πλοῦτον τῆς χάριτός του» (Ἐφεσ. 1, 4-6).
Ἐτσι, αὐτοί πού ἁμαρτάνουν ἀπό ἄγνοια, πρέπει νά μάθουν καλά, ὅτι μεγάλο ἀδίκημα γιά τούς ἑαυτούς τους ἀποταμιεύουν κι ὅτι τριπλῆ θά εἶναι ἡ ἐξόφληση τοῦ ἀδικήματος: α) ὅτι παραβίασαν τήν ἐντολή καί καταπάτησαν τό νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἔγιναν δοῦλοι στήν ἁμαρτία, β) ὅτι προσάπτουν κηλίδες, ἀνωμαλίες καί κατηγορίες στήν Ἐκκλησία, καί γ) γιατί ἀνακόπτουν τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας μέ τή σπίλωση τῆς Ἐκκλησίας καί μέ τή δική τους ἀντίσταση κατά τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτό ἔλεγε ὁ θεῖος Χρυσόστομος: «Ἄν ἐμεῖς εἴμαστε πραγματικοί χριστιανοί, ἀργά ἤ γρήγορα οἱ εἰδωλολάτρες θά προσέρχονταν στό Χριστό». Ἀνακόπτουμε, λοιπόν, τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας ἀφοῦ δέν πορευόμαστε σύμφωνα μέ ὅσα θέλει ὁ Χριστός καί ἀντιστρατευόμαστε σ᾿ αὐτό. Λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἄς μή ἐπιμένουμε ἀκόμα, ἀλλά ἄς μετανοήσουμε καί ἄς ἁγιάσουμε τούς ἑαυτούς μας, μέ τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιά νά μήν κατακριθοῦμε γιά τό τριπλό αὐτό ἁμάρτημα.
Ἄς δώσουμε δέ τήν ἀπαιτούμενη ἱκανοποίηση γιά νά ἱκανοποιήσουμε τή θεία εὐσπλαγχνία.

Ἐκεῖνος πού ἁμάρτησε ὀφείλει
νά ἱκανοποιήσει
τή θεία εὐσπλαγχνία (Δικαιοσύνη)

Ἡ ἱκανοποίηση τῆς θείας εὐσπλαγχνίας (=δικαιοσύνης), πού προσβλήθηκε μέ τή δημιουργία τῆς ἁμαρτίας ἀπό τόν ἁμαρτήσαντα, εἶναι καί ἀπαίτηση τῆς δικαιοσύνης πρός θεραπεία ἀλλά καί ἐνδόμυχη ἐπιθυμία τοῦ ἁμαρτήσαντος πρός ἐξευμένιση τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἀπαίτηση γιά δικαιοσύνη καί ἡ διάθεση τῆς καρδιᾶς πηγάζουν ἀπό τήν ἴδια πηγή. Ἀπό τήν αἰωνιότητα τοῦ θείου νόμου. Ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ τήν ἱκανοποίηση, ἕνεκα τῆς αἰωνιότητας τοῦ θείου νόμου, τόν ὁποῖον ἐπεδίωξε νά βλάψει ἡ ἁμαρτία. Ἐπίσης, καί ἡ καρδιά ζητάει, ἀπό ἐνδόμυχη ὁρμή, νά ἱκανοποιήσει τή θεία δικαιοσύνη, γιατί ἀπό τά κατάβαθά της ποθεῖ ζωηρά καί ἀναζητεῖ τήν ἐπικράτηση τοῦ θείου νόμου καί σπεύδει νά ἐνεργήσει ὑπέρ τῆς αἰωνιότητἀς του. Ὁ ἐνδόμυχος αὐτός πόθος προέρχεται ἀπό τήν πλήρη ταύτιση τοῦ θελήματος τοῦ ἔσω ἀνθρώπου μέ τό νόμο τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἀπαίτηση καί ἡ ταχεία ἐνέργεια συνιστᾶται πρός καταπολέμηση τῆς ἁμαρτίας γιατί κάθε ἁμαρτία εἶναι πολέμια πρός τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί ἐχθρική πρός τήν εἰρήνη καί τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ στή γῆ, τήν ὁποία βασιλεία ζητάει ἐπίμονα νά διαταράξει καί νά τῆς ἐπιφέρει τήν ταραχή καί τή σύγχυση.
Ἡ ἁμαρτία, σάν κάτι, ἀπό τή φύση της, μή ἐπιθυμητή, εἶναι ἀδημιούργητη. Σάν ἀδημιούργητη εἶναι κάτι, πού δέν ἔχει ὕπαρξη. Δημιουργούμενη ἀπό τήν παρά φύση ἐπιθυμία, παίρνει ὑπόσταση. Ἀλλ᾿ ἐπειδή ὁλόκληρη ἡ δημιουργία εἶναι πλήρης ἀπό τά ἔργα τοῦ Κυρίου καί ὁ νόμος αὐτός ἔχει ἁπλωθεῖ σ᾿ ὅλη τήν ἔκσταση τῆς γῆς, τό ἀνθρώπινο δημιούργημα, πού πῆρε ὑπόσταση, δηλαδή τό παρά φύση ἐπιθυμητό, πιάνει κάποιο τόπο κι ἐκτοπίζει τό ἀγαθό, πού ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπό τό Θεό. Ἀλλά ἄν ὁ Θεός ἐποίησε τά πάντα καλά λίαν, συμπεραίνεται, ὅτι τό νέο δημιούργημα, πού μπῆκε στή μέση, διατάραξε κι ἔβλαψε τό ἀγαθό πού ἐπικρατεῖ, καί ἐπιβουλεύτηκε τό νόμο τοῦ Θεοῦ. Εἶναι, λοιπόν, μεγάλο κακόἡ ἁμαρτία ἐνάντια στό Θεό, γιατί ἀπειλεῖ νά καταστρέψει τό ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδή δέ δημιουργός τοῦ ἔργου τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ ἄνθρωπος, γι᾿ αὐτό ἁμαρτάνοντας, αὐτός εἶναι πού ἁμαρτάνει πρός τό Θεό καί γιά τοῦτο ἔχει ὑποχρέωση νά ἱκανοποιήσει τή θεία δικαιοσύνη (=εὐσπλαγχνία) καταστρέφοντας τό κακό, πού δημιούργησε καί ἐργαζόμενος γιά τήν αἰωνιότητα τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ.
Τή γνώμη ὅτι κάθε ἁμαρτία ἔχει ἀναφορά πρός τό Θεό εἶχαν καί οἱ Ἰουδαῖοι καί οἱ Ἐθνικοί (=εἰδωλολάτρες). Ἡ Ἁγία Γραφή καί τά συγγράμματα τῶν ἐθνικῶν (= ἀρχαίων συγγραφέων) εἶναι γεμᾶτα ἀπό μαρτυρίες. Ὁ Δαυΐδ ἐξομολογούμενος πρός τό Θεό τίς ἁμαρτίες του ἔλεγε: «Ζητῶ ἀπό σέ τήν συγχώρησιν, διότι αἱ ἁμαρτίαι, τάς ὁποίας διέπραξα, εἶναι παράβασις τοῦ ἰδικοῦ σου Νόμου. Ἐνώπιόν σου ἐγώ διέπραξα τό πονηρόν» (Ψαλμ. 50, 6). Καί ὁ Ἡσίοδος λέει ὅτι ἡ δίκη (=ἡ δικαιοσύνη) εἶναι παρθένα καί θυγατέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι τίμια καί σεβαστή καί σ᾿ αὐτούς ἀκόμη τούς θεούς, κι ὅταν κάποιος τή βλάπτει παραβιάζοντάς την μέ κακοήθεια, ἀμέσως, ἐπειδή κάθεται κοντά στό Θεό, τοῦ ἐκθέτει τήν ἄδικη γνώμη τῶν ἀνθρώπων, γιά νά τιμωρηθεῖ ὁ λαός γιά τίς ἀδικίες ἔναντι τῶν βασιλέων (Ἐργα καί Ἡμέραι, στίχ. 255-261).
Ἀπ᾿ αὐτούς τούς στίχους δέν φαίνεται μόνο πώς ὁ Ἡσίοδος πιστεύει ὅτι κάθε ἁμαρτία ἀναφέρεται πρός τό Θεό, ἀλλά καί ὅτι δέν ἐπέρχεται συνδιαλαγή μεταξύ θείας δικαιοσύνης κι ἀνθρώπων, ἄν δέν δοθεῖ ἡ πρέπουσα ἱκανοποίηση γιά τίς ἀδικίες, πού ἔχουν γίνει.
Ἄρα, ἁμαρτάνοντες πρός τό Θεό, ἁμαρτάνομε καί γινόμαστε ἐχθροί τοῦ θείου νόμου. Εἶναι ἀναγκαῖο, λοιπόν, νά βιαστοῦμε νά Τόν ἐξιλεώσουμε, γιά νά συμφιλιωθοῦμε.
Στήν Ἁγία Γραφή ἀναφέρονται πάρα πολλά παραδείγματα τῆς θείας τιμωρίας, γιά τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων. Μεταξύ αὐτών θά ἀναφερθοῦν μερικά, πού βεβαιώνουν τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Ἡσιόδου. Ἔχει γραφεῖ στήν ἱστορία ὅτι, κατά τήν περίοδο πού ἦταν βασιλιάς ὁ Δαυΐδ, ἁμάρτησε στό Θεό, κάνοντας καταμέτρηση τοῦ λαοῦ. Καί ὁ Θεός ἔστειλε ἄγγελο ἐξολοθρευτή καί θανάτωσε ἑβδομήντα χιλιάδες μέσα σε τρεῖς ἡμέρες. Ἐπίσης, ὁ λαός τοῦ Ἰουδαϊκοῦ βασιλείου καί Ἰσραηλιτικοῦ βασιλείου τιμωρήθηκε γιά τίς παρεκτροπές τῶν βασιλιάδων του.
Γιά τό ὅτι γιά κάθε ἁμάτημα ἀπαιτεῖται ἱκανοποίηση ἀναφέρονται, ἐπίσης, πολλά στήν Ἱερή Γραφή. Ἀλλά ἕνα ἀπ᾿ αὐτά, τοῦ ὁποίου ὑπόθεση εἶναι ἡ ἀδελφή τοῦ Μωϋςῆ Μαριάμ, πρέπει νά ἀναφερθεί: Ἡ Μαριάμ ἔβγαλε γλῶσσα κατά τοῦ Μωϋσή. Ἡ ἀθυροστομία της θεωρήθηκε σάν ἁμαρτία πρός τό Θεό κι ἀμέσως γέμισε ὁλόκληρη ἀπό λέπρα. Ἀναφέρει ἡ Γραφή ὅτι «ἄν δέν τῆς ἐπιβαλλόταν ἀφορισμός (=ἀποβολή – ἀπομάκρυνση) καί νά μείνει ἐπί ἑπτά ἡμέρες ἔξω ἀπό τήν παρεμβολή τῶν Ἑβραίων, δέν θά ἀπαλλασσόταν ἀπό τή λέπρα». Ἀλλά καί ὁ πόρνος τῆς Κορίνθου «ἄν δέν παραδινόταν ἀπό τόν Παῦλο στό Σατανᾶ, δέν θά σωζόταν ἡ ψυχή του». Γιά ὅλα αὐτά καί οἱ Ἅγιες Σύνοδοι καί οἱ θεοφόροι Πατέρες, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί ὁ Πέτρος, πατριάρχες Ἀλεξανδρείας, καί ὁ Διονύσιος καί ὁ Γρηγόριος ὁ θαυματουργός καί ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ θεῖος Χρυσόστομος κι ἄλλοι, ἀνάλογα μέ τήν ποσότητα καί ποιότητα τῶν ἁμαρτημάτων, ὁρίζουν ἀκριβῶς τήν ἱκανοποίηση γιά τούς ἁμαρτωλούς καί προσθέτουν, ὅπως λέει κάποιος Πατέρας, ἐκεῖνος, πού δέν πείσθηκε εἶναι ἀναγκαῖο νά παραπεμφεῖ στά ἐκεῖ δικαστήρια καί νά λογοδοτήσει γιά ὅσα ἔπραξε ἀνοσιουργήματα ἀθετώντας τούς κανόνες (=νόμους – θεσμούς) τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας.
Ἄρα, ἐπιβάλλεται ἀναπόφευκτα ἡ ἱκανοποίηση τῆς θείας δικαιοσύνης (=εὐσπλαγχνίας) πού ὑπέστη τήν προσβολή. Ὥστε ἀνάγκη, πού δέν ἐπιδέχεται ἀναβολή, μᾶς ὑποχρεώνει νά βιαστοῦμε γιά νά ἐξιλεώσουμε τό θεῖο. Πάνω ἀπ᾿ ὅλα, γιατί δέν ξέρουμε τί θά μᾶς παρουσιάσει ἡ αὐριανή ἡμέρα. Νά τρέξουμε μέ δάκρυα, μέ συντριβή καρδιᾶς καί μέ κατάνυξη νά ἐμφανιστοῦμε μπροστά στό θεραπευτή καί δικαστή, πού εἶναι ὁμοιοπαθής μας, στόν πνευματικό πατέρα, πού συμπάσχει μέ μᾶς καί νά ἀδειάσουμε τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς μας, ὁμολογώντας τά ἁμαρτήματα μας, γιά ν᾿ ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν κατάκριση τοῦ ἐκεῖ δικαστηρίου, στό ὁποῖο θά σταλοῦν ὅλοι ὅσοι δέν τιμωρήθηκαν γιά τίς πράξεις τους ἀπό τά δικαστήρια τῆς γῆς, νά συμφιλιωθοῦμε μέ τό Θεό καί νά γίνουμε μέτοχοι τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Ὁ Μέγας Βασίλειος νά τί μᾶς συμβουλεύει γι᾿ αὐτό τό θέμα: «Κλᾶψε ἐδῶ τώρα, γιά νά μήν κλάψῃς ἐκεῖ. Μετάνοιωσε τώρα πού ἐπιτρέπεται. Μή μετανοιώσῃς τότε γιά τίς ἁμαρτίες, πού δέν εἶναι καιρός μετανοίας. Ἄς χάσουμε χρήματα, μποροῦμε καί πάλι νά τά ξανακερδίσουμε, ἀλλά ἄν χάσουμε τόν τωρινό καιρό δέν μποροῦμε νά τόν βροῦμε. Δέν ἀγαπάει τόσο πολύ ἕνας ἐραστής, τρελός ἀπό ἔρωτα τήν ἐρωμένη του, ὅσο ὁ Θεός ἀγαπᾶ μέ μεγάλη ἀγάπη τή μετανοιωμένη ψυχή. Γιατί τέτοια εἶναι ἡ φιλανθρωπία τοῦ δεσπότη, πού δέν ἀποστρέφεται κανένα ἀπ᾿ αὐτούς πού προσέρχονται σ᾿ Αὐτόν, ἀλλά τοῦ ἁπλώνει τό χέρι» (Ὁμιλ. Β΄).
Ἄν κάποιος ἔπεσε σε μεγάλα καί φριχτά ἁμαρτήματα, ἄς μήν ἀποθαρρυνθεῖ, ἀλλά ἄς προσέλθει μέ θάρρος στή θεία φιλανθρωπία καί θά ἐλεηθεῖ. Νά τί λέει γι᾿ αὐτό ὁ θεῖος Βασίλειος: «Μην ἀπελπίζεσαι, οὔτε νά σταματᾶς νά προσεύχεσαι, ἀλλά ἔλα, ἄν καί ἁμαρτωλός, γιά νά δοξάσῃς σύ τόν Δεσπότη, γιά νά ἀποδώσῃς σ᾿ Αὐτόν τή φιλανθρωπία Του, πού ἔδειξε μέ τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων σου. Ἄν φοβηθῇς νά προσέλθῃς, παρεμπόδισες τήν ἀγαθότητά Του καί ἐμπόδισες τήν ἀφθονία τῆς ἀγαθοσύνης Του, ὅσον ἀφορᾷ τόν ἑαυτόν σου».
Καί ὁ ἅγιος Νεῖλος συμβουλεύει ἄριστα, λέγοντας: «Χριστός ὁ Βασιλιάς Θεός δέν ἀποστρέφεται καθόλου αὐτούς πού στρέφονται πρός Αὐτόν καί πού στενάζουν ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς τους, ἔστω κι ἄν εἶναι βαρυφορτωμένοι μέ πολλά ἁμαρτήματα. Ἀλλά καί τούς πλησιάζει καί τούς καθαρίζει καί τούς δίνει δῶρο τό χάρισμα τῆς υἱοθεσίας καί τοῦς ἀναδείχνει μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἐργάτες τῶν ἀρετῶν».

Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ὠφέλιμη
καί ἀπό ἠθική καί πνευμετική πλευρά

Αὐτός πού ἐξομολογεῖται τακτικά ὠφελεῖται διπλά, ἠθικά καί πνευματικά. Καί α) ὠφελεῖται ἠθικά, γιατί οἱ ἠθικές ἀποπλανήσεις του ὁλοένα καί λιγοστεύουν, καί β) πνευματικά, γιατί διδάσκεται ἀπό τόν πνευματικό του πατέρα.
Οἱ ἠθικές ἀποπλανήσεις ὀλιγοστεύουν, γιατί ὁ τακτικά ἐξομολογούμενος προχωρεῖ διαρκῶς προοδεύοντας στήν ἀρετή καί στήν κατά Χριστό ζωή, καθοδηγούμενος ἀπό τόν πνευματικό του πατέρα καί παίρνοντας δύναμη ἀπό τίς συμβουλές του. Γιατί οἱ γνώσεις καί ἡ πεῖρα τοῦ πνευματικοῦ πατέρα, πού κάτω ἀπό τή διδασκαλία καί τίς συμβουλές του βρίσκεται ὁ ἐξομολογούμενος χριστιανός ἀπό τή μία μεριά τόν διδάσκουν τί πρέπει νά ἀποδέχεται καί νά πράττει καί ἀπ᾿ τήν ἄλλη, τί πρέπει νά περιφρονεῖ καί νά ἀπορρίπτει. Μέ τίς γνώσεις του ὁ πνευματικός του τόν οἰκοδομεῖ στήν ἀρετή καί μέ τήν πεῖρα του τόν προφυλάσσει ἀπό τίς ἀποπλανήσεις καί μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο τόν καθοδηγεῖ στή σωτηρία. Ἡ λεπτομερής ἐξομολόγηση τῶν λογισμῶν συντρίβει τίς παγῖδες τοῦ διαβόλου καί ματαιώνει τίς δόλιες ἐπιβουλές του, γιατί ἡ ἐμπειρία τοῦ πνευματικοῦ τίς ἐλέγχει μέ κάθε λεπτομέρεια καί κάνει φανερό τό δόλο.
Ἡ ντροπή μας πρός τόν πνευματικό εἶναι ἀσφάλεια ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας. Γιατί ἀπομακρύνει τίς ὁρμές τῆς ἁμαρτίας καί ψαλιδίζει τίς ἄτοπες ἐπιθυμίες. Ἡ ἀνάμνηση ὅτι θά ἐμφανισθεῖ μπροστά στόν πνευματικό νά τοῦ ὁμολογήσει τίς ἑαυτό του ἐμπαθή καί ὅτι κλίνει πρός τήν ἁμαρτία καί ἀσυνέπεια στίς πνευματικές του ὑποσχέσεις καί πρός τό Θεό καί πρός τόν πνευματικό φέρνει στό νοῦ του τή μελλοντική ντροπή κι ἐξασθενίζει τά πάθη καί τίς ὁρμές.
Αὐτός πού ἐξομολογεῖται ἀναπτύσσεται πνευματικά, α) γιατί μέ τή διδασκαλία, μεταδίδονται σιγά σιγά στόν ἐξομολογούμενο οἱ γνώσεις τοῦ δασκάλου, ὅπως συμβαίνει καί μέ τό μαθητή, καί β) γιατί ὁ νοῦς του καθαριζόμενος ἀπό τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πλάνης, φωτίζεται καί σιγά – σιγά μπαίνει στό νόημα τῶν θαυμασίων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καί ἀναπτύσσεται.
Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι τό σωστικό φάρμακο τῆς κοινωνίας, γιατί μπορεῖ νά διασώσει ἀπό τήν ἀπώλεια πολλές ψυχές πλανεμένες, γεμᾶτες ἀπό ἄτοπες σκέψεις καί πονηρούς λογισμούς. Ὁ πνευματικός πατέρας εἶναι τό πρόσωπο, πού ζητάει μέ πόθο ἡ ψυχή, πρός τό ὁποῖο ὁ ἁμαρτωλός ἐπιθυμεῖ ν᾿ ἀνοίξει διάπλατα τήν καρδιά του, γιά νά ἐξομολογηθεῖ, γιά νά φανερώσει τά τραύματα τῆς ψυχῆς του. Γιά νά ζητήσει γιατρειά. Γιά νά ἀνακουφιστεῖ. Ὁ πνευματικός εἶναι τό ἐνδιάμεσο πρόσωπο, πού συνδέει τίς ψυχές καί συσφίγγει τούς συνδέσμους τῆς συγγενείας, τῆς φιλίας καί τῆς ἀγάπης.
Ὁ πνευματικός πατέρας μπορεῖ, μόνος αὐτός, νά συνδέσει τίς ψυχές τῶν γονέων καί τῶν τέκνων, τῶν συζύγων, τῶν ἀδελφῶν καί συγγενῶν. Ὁ πνευματικός πατέρας εἶναι ὁ ἐσωτερικός δάσκαλος τῶν κοινωνιῶν, ὁ φρουρός τῆς ἠθικῆς τῆς οἰκογένειας, ἡ παρηγοριά τῶν θλιμμένων καί ἡ βάση ἐξόρμησης αὐτῶν, πού κτυπιῶνται ἀπό τά κύματα στό πέλαγος τοῦ βίου.
Ἡ ἐξομολόγηση ἀπό ἠθική πλευρά εἶναι τό μεγαλύτερο εὐεργέτημα τῆς Ἐκκλησίας πρός τήν κοινωνία. Ὁ πνευματικός πατέρας εἶναι ὁ ἠθικός γιατρός τῆς κοινωνίας. Αὐτός μόνος μπορεῖ νά προλάβει ὅλα τά κακά, ὅσα σήμερα κατατρύχουν τήν κοινωνία. Γιατί, θά διδάξει τούς πλανηθέντες, θά ἀνασηκώσει αὐτούς πού ἔπεσαν, θά στηρίξει αὐτούς, πού κλονίζονται, θά φωτίσει αὐτούς πού βρίσκονται στά σκοτάδια, θά καθοδηγήσει τούς ἀδύνατους, θά βοηθήσει αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη, θά κατευνάσει τίς ὁρμές, θά ἁπαλύνει τά πάθη, θά συνδέσει τούς διχασμένους, θά συμφιλιώσει τούς ἐχθρούς, θά συσφίγξει τούς δεσμούς καί θά χαρίσει τήν εἰρήνη στίς οἰκογένειες. Αὐτή εἶναι ἀπό ἠθική πλευρά ἡ ἐξομολόγηση, τήν ὁποία δυστυχῶς δέν τήν κατανοήσαμε καί τήν ἐγκαταλείψαμε. Γι᾿ αὐτό καί πολλά τά κακά πού δέρνουν χωρίς οἶκτο τήν κοινωνία.
Χριστιανοί. Τηρεῖτε τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, γιατί στήν τήρησή τους ὑπάρχει αἰώνια ζωή. Ζητεῖστε γιατρούς γιά τίς ψυχές σας καί γιά τήν εἰρήνη σας.

Ἡ ἐξομολόγηση πρέπει νά γίνεται
μετά ἀπό προηγούμενη προετοιμασία

Ἡ ἐξομολόγηση ἀπαιτεῖ προηγούμενη προετοιμασία, γιατί ἐκεῖνος πού πάει στόν πνευματικό ἀπροετοίμαστα, εἶναι λογικά ἀναγκαῖο νά μή θυμᾶται σέ ποιά ὑπερτέρησε. Ἀγνοεῖ, δηλαδή, ποιά καθήκοντα, πού ὄφειλε ξεπλήρωσε καί τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν του. Γιατί εἶναι ἀδύνατο αὐτός πού ἀπό μέρες δέν ἐξέτασε τόν ἑαυτό του μέ τήν πρέπουσα ἀκρίβεια καί ἀντικειμενικότητα καί δέν ἀξιολόγησε τίς πράξεις του μέ σωστά κριτήρια καί σταθμά καί δέν συναισθάνθηκε τό βαθμό τῆς ἐνοχῆς του, νά κερδίσει κάποια ὠφέλεια ἀπό τή στιγμιαία καί ἀπροπαράσκευη ἐξομολόγηση. Κι αὐτό γιατί ἡ ἀδυναμία τῆς μνήμης στό νά θυμηθεῖ τά πάντα, ἡ ἔλλειψη τοῦ χρόνου γιά ἐξέταση ἐκείνη τήν ὥρα καί ἡ ἔλλειψη τῆς συναίσθησης τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐνοχῆς, κάνουν τήν ἐξομολόγηση ἄκαρπη. Ἔτσι, ἀφήνουμε πολλά πάθη ἀθεράπευτα, πού ὑποσκάπτουν τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς καί σπέρματα νέων ἁμαρτημάτων.
Εἶναι, λοιπόν, ἀναγκαῖο, αὐτός πού πάει γιά ἐξομολόγηση, νά ἐξετάσει ἀπό τίς προηγούμενες ἡμέρες τόν ἑαυτό του, νά ζυγίσει μέ ἀκρίβεια κάθε του πράξη, νά ἀναγνωρίσει τίς ἐλλείψεις του καί τά πλεονάσματά του κι ἔτσι νά προχωρήσει στήν ἐξομολόγηση καί μόνο γι᾿ αὐτά νά ἐξομολογηθεῖ. Γιατί τό νά συζητάει μέ τόν πνευματικό γιά τήν ἀρετή καί γιά ἀγαθές πράξεις, νά παραλείπει δέ τά πάθη, πού φθείρουν τήν ψυχή καί νά τά ἀποκρύβει ἐπιμελῶς, εἶναι τό ἵδιο μέ τό νά συνομιλεῖ ὁ ἀσθενής μέ τό γιατρό γιά τή σωματική ζωτικότητα καί ὑγεία καί νά μήν κάνει κανένα λόγο γιά τήν ἀρρώστεια, πού κατατρώει τά σπλάχνα του. Τό νά συζητεῖ μέ τόν πνευματικό γιά ἀρετή καί κατορθώματα, εἶναι φαρισαϊκό καί ἔνδειξη κενοδοξίας καί περιαυτολογίας, πράξη τελείως ἀκατάλληλη, πάντοτε μέν, πρό πάντων μάλιστα στήν ὥρα τῆς ἐξομολόγησης, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὀφείλουμε νά μήν ξεχνᾶμε, ὅτι ἐξομολογούμενοι παρουσιαζόμαστε μπροστά στό Θεό κι ὁμολογοῦμε τίς ἁμαρτίες μας, γιά νά πετύχουμε τό ἔλεος καί τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ὁ Θεός γνωρίζει τίς ἀρετές μας καί δέν χρειάζεται διερμηνέα. Ὅπως ἀκριβῶς ἐκθέτουμε λεπτομερειακά στό γιατρό μόνο τούς πόνους τοῦ σώματός μας, ἔτσι καί στόν πνευματικό μόνο τά πάθη τῆς ψυχῆς με συντριβή καί κατάνυξη ἐξομολογούμαστε. Ἐπειδή δέ οἱ ἐξομολογούμενοι προετοιμάζονται καί γιά τή θεία Κοινωνία, γι᾿ αὐτό πρέπει καί ἡ προετοιμασία αὐτή νά ἔχει σωστό χαρακτηριστικό τρόπο.
Σάν τρόπος κατάλληλος γιά τήν προετοιμασία πρός τήν ἐξομολόγηση καί θεία Κοινωνία, θεωρήθηκε ἀπό τούς ἅγιους Πατέρες ὁ τρόπος μέ νηστεία καί προσευχή. Νηστεία ὅμως πραγματική καί ὄχι φαρισαϊκή, ἀλλά τή χριστιανική, νηστεία πού ἔχει θεσπισθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία, πού ἔχει σκοπό νά κατευνάσει τά πάθη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, νά συγκεντρώσει τό διασκορπισμένο μας νοῦ καί νά τόν ἀνυψώσει ἀπό τή χωμάτινη ὕλη, πού μᾶς τραβάει ὅλη μας τήν προσοχή καί μᾶς καθηλώνει τό νοῦ στά ψυχοβλαβερά καί μάταια. Γιατί πρέπει νά ξέρει κάθε χριστιανός ὅτι ἄν μέ τή χριστιανική νηστεία καί προσευχή δέν ὑψώσει τό νοῦ καί τήν καρδιά του πρός τό Θεό, ἄν ἡ καρδιά του μέ νηστεία καί ἀγώνα δέν συντριβεῖ, εἶναι ἀδύνατον, ἀδύνατον ὁ ἄνθρωπος νά ἔλθει σέ βαθειά συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλῆς κατάστασής του, νά ἐκτιμήσει ἀξιοπρόσεκτα τά ἁμαρτήματά του, νά ζητήσει μέ ζῆλο καί πόθο τήν ἄφεσή τους [καί νά ζητήσει νά ἱκανοποιήσει τή θεία δικαιοσύνη (=εὐσπλαγχνία)]. Γιατί πρέπει νά μάθουμε ὅτι τόσο περισσότερο γνωρίζουμε τά ἁμαρτήματα μας, ὅσο φωτιζόμαστε ἀπό πάνω. Τόσο δέ φωτιζόμαστε ἀπό πάνω, ὅσο ὁ νοῦς καί ἡ καρδία μας ὑψώνεται πρός τό Θεό. Τόσο δέ ὑψωνόμαστε, ὅσο ἐλαφρότεροι γινόμαστε μέ τή νηστεία καί τήν προσευχή.
Ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία, ἀλλά ἡ χριστιανική, χρησιμεύει σάν καθρέφτης, στόν ὁποῖο βλέπουμε τά ἁμαρτήματα μας καί τήν ἀσχήμια κι αἰσχρότητα καί τόν ἀληθινό χαρακτήρα τους. Χωρίς τή νηστεία καί προσευχή στερούμαστε τοῦ καθρέφτη καί δέν μποροῦμε νά ἔχουμε ἀληθινή εἰκόνα τῶν ἁμαρτιῶν κι ἐπομένως ἀληθινή καί καρποφόρα ἐξομολόγηση. Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ ννηστεία ἡ χριστιανική καί ἡ προσευχή εἶναι ὁ μόνος τρόπος προετοιμασίας γιά ἀληθινή ἐξομολόγηση, ὀφείλουμε μέ ἐπιμέλεια νά τηροῦμε τούς κανόνες αὐτούς τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά ἐξομολογούμαστε σωστά καί μέ βεβαιότητα νά ἔχουμε φιλικές σχέσεις μέ τό Θεό καί νά μήν ἀποτύχουμε στό σκοπό μας.
Ἐμπρός, λοιπόν, ἀγαπητοί ἀδελφοί. Ὁ καιρός εἶναι κατάλληλος γιά τό ἔργο. Ἄς προσέλθουμε καί ἄς καθαριστοῦμε, γιά νά κοινωνήσουμε ἐπάξια τά θεῖα καί ἄχραντα μυστήρια. Ἄς ἀρνηθοῦμε τήν ἁμαρτία, ἄς ἀποδώσουμε αὐτά πού χρωστᾶμε ἀπό ἀδικίες, ἄς συμφιλιωθοῦμε μέ τούς ἐχθρούς κι ἄς κάνουμε ἔργα ἄξια μετανοίας, γιά νά ἐξιλεώσουμε τό θεῖο κι ἑλκύσουμε τό θεῖο του ἔλεος κι ἔτσι νά γίνουμε ἄξιοι κληρονόμοι τῆς Οὐράνιας Βασιλείας, τήν ὁποίαν εὔχομαι σ᾿ ὅλους μας ν᾿ ἀξιωθοῦμε. ΑΜΗΝ.
Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως

[/gr]