Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΑΓΙΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ


ΠΕΡΙ ΝΗΦΑΛΙΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Κάποιοι αδελφοί πήγαν στον αββά Αντώνιο να του αναφέρουν τα οράματα που έβλεπαν, και να πληροφορηθούν απ΄ αυτόν εάν πρόκειται για αληθινά οράματα ή τα δημιουργούν οι δαίμονες. 

Αυτοί είχαν ένα γαϊδουράκι που τους ψόφησε στον δρόμο. 

Μόλις έφθασαν στον Γέροντα, πρόλαβε και τους είπε: 

“Πώς ψόφησε το γαϊδουράκι στον δρόμο;” 

“Πού το ξέρεις, αββά;” τον ρώτησαν. 

Κι εκείνος τους είπε: 

“Οι δαίμονες μου το φανέρωσαν”. 

“Μα κι εμείς -είπαν- γι αυτό το θέμα ήρθαμε να σε ρωτήσουμε, γιατί βλέπουμε οράματα και πολλές φορές βγαίνουν αληθινά. Αλλά μη τυχόν πέφτουμε σε πλάνη;” 

Και ο Γέροντας παίρνοντας ως παράδειγμα αυτό που συνέβη με τον όνο, τους πληροφόρησε ότι προέρχονται από τους δαίμονες. 
 


Κάποιος αδελφός είπε στον αββά Αντώνιο: 

“Προσευχήσου για μένα”. 

Και ο Γέροντας του λέει: 

“Ούτε εγώ σε σπλαχνίζομαι ούτε ο Θεός, εάν συ ο ίδιος δεν σπεύσεις με ζήλο να ζητήσεις από τον Θεό”. 
 


Είπε επίσης ότι ο Θεός δεν επιτρέπει να ΄ρθουν οι μεγάλοι πειρασμοί στη γενιά αυτή όπως στις παλαιότερες, γιατί γνωρίζει ότι είναι αδύναμοι και δεν αντέχουν. 

 


Είπε ο αββάς Αντώνιος ότι θα΄ ρθει εποχή, πού οι άνθρωποι θα φέρονται όπως οι παράφρονες. Και όταν θα βλέπουν κάποιον πού δεν θα συμπεριφέρεται ως παράφρων, θα τα βάζουν μαζί του και θα του λένε: 


“Εσύ είσαι τρελός”, επειδή δεν είναι όμοιος μ΄ αυτούς. 
 


Είπε ο αββάς Αγάθων: 

“Εάν κάποιος μου είναι υπερβολικά αγαπητός αλλά καταλάβω ότι με παρασύρει σε κάποιο ελάττωμα, κόβω αμέσως τις σχέσεις μου μαζί του”. 
 


Είπε επίσης ο αββάς Δανιήλ: 

“Όσο ακμάζει το σώμα, τόσο η ψυχή αδυνατίζει, και όσο το σώμα αδυνατίζει, τόσο η ψυχή ακμάζει”. 

35. Ρωτήθηκε ο μακάριος Επιφάνιος εάν αρκεί ένας δίκαιος άνθρωπος για να κινήσει τον Θεό σε ευσπλαχνία, και είπε: 

“Ναι, γιατί ο ίδιος ο Θεός είπε: Ψάξτε να βρείτε έναν άνθρωπο ο οποίος να είναι στην πράξη δίκαιος και ευσεβής και θα φανώ σπλαχνικός για όλο το λαό”. 
 


Είπε ο αββάς Ησαϊας: 


“Η απλότητα και το να μην έχουμε περί πολλού τον εαυτό μας, καθαρίζει την καρδιά από την πονηρία”. 
 


Ο ίδιος είπε: 

“Καμιά αρετή δεν μπορεί να αναμετρηθεί με την αρετή, να μην εξουθενώνουμε τον άλλον”. 
 


Ρωτήθηκε από κάποιον η αμμάς Θεοδώρα σχετικά με τα ακούσματα που φθάνουν στ΄ αυτιά μας: 

“Πώς είναι δυνατόν -είπε- όταν γενικά τ΄ αυτιά μας δέχονται λόγια κοσμικών ανθρώπων ή οποιαδήποτε άλλα άσχετα, να παραμένουν προσανατολισμένα στον Θεό μόνο;” 

Και η αμμάς του λέει: 

“Όπως ακριβώς αν κάθεσαι σε τραπέζι όπου υπάρχουν πολλά φαγητά και τρως βέβαια, αλλά όχι με ευχαρίστηση, το ίδιο και όταν κοσμικά λόγια φθάνουν στ΄ αυτιά σου, την καρδιά σου να έχεις στραμμένη στον Θεό και μ΄ αυτή τη διάθεση δεν θ΄ ακούς με ευχαρίστηση και δεν παθαίνεις καμιά ζημιά”. 
 


Είπε ο αββάς Ιακώβ: 

“Δεν χρειάζονται τα λόγια μοναχά, γιατί πολλά λένε οι άνθρωποι τούτον τον καιρό, χρειάζονται έργα. 

Αυτό είναι το ζητούμενο και όχι τα λίγα τα άκαρπα”. 
 


Ρωτήθηκε ο αββάς Μιώς από έναν στρατιωτικό εάν ο Θεός δέχεται τον μετανοημένο. 

Κι εκείνος αφού τον κατήχησε λέγοντάς του πολλά, τον ρώτησε: 

“Πες μου, αγαπητέ, εάν σχισθεί η χλαίνη σου, την πετάς;” 

“Όχι, -είπε- τη ράβω πάλι και τη χρησιμοποιώ”. 

“Αν λοιπόν εσύ -του λέει ο Γέροντας- λυπάσαι το ρούχο σου, ο Θεός δεν θα λυπηθεί το δικό του πλάσμα;” 
 


Ενας αδελφός συμβουλεύθηκε τον αββά Ποιμένα: 


“Διέπραξα -είπε- μεγάλη αμαρτία και θέλω να μπω σε κανόνα μετανοίας για τρία χρόνια”. 

Και ο Γέροντας του λέει: 

“Πολύ είναι”. 

“Μήπως για ένα χρόνο;” ρωτάει ο αδελφός. 

“Πολύ είναι” απαντά πάλι ο Γέροντας. 

Αυτοί που βρίσκονταν εκεί είπαν: 

“Μέχρι σαράντα μέρες;” 

Και πάλι ο Γέροντας είπε: 

“Είναι πολύ”. 

Και πρόσθεσε: 

“Εγώ πιστεύω ότι εάν ο άνθρωπος μετανοήσει με όλη του την καρδιά και δεν συνεχίσει να κάνει την αμαρτία, και μέσα σε τρεις μέρες τον δέχεται ο Θεός”. 
 


Κάποιος αδελφός είπε στον αββά Ποιμένα: 

“Αν δω κάτι, το βλέπεις σωστό να μιλήσω γι αυτό; 

Ο Γέροντας του λέει: 

“Είναι γραμμένο ότι όποιος εκφράσει γνώμη, πριν του δώσουν τον λόγο, προδίδει αμυαλοσύνη και είναι ντροπή του. 

Αν σε ρωτήσουν, μίλησε, αλλιώς σώπαινε”. 
 


Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα: 

“Εάν βρεθεί ένας άνθρωπος να κάνει κάποια αμαρτία και μετανοήσει, θα τον συγχωρήσει ο Θεός;” 

Και ο Γέροντας του λέει: 

“Μα, ο Θεός που έδωσε εντολή στους ανθρώπους να κάνουν αυτό, πολύ περισσότερο δεν θα το κάνει ο ίδιος; 

Είναι γνωστό ότι στον Πέτρο έδωσε εντολή: Μέχρι εβδομήντα φορές το εφτά να συγχωρούμε”. 
 


Ρώτησε κάποιος αδελφός τον αββά Ποιμένα: 

“Τι είναι μετάνοια για την αμαρτία;” 

Και ο Γέροντας απάντησε: 

“Το να μην κάνει κανείς στο εξής την αμαρτία. Γι αυτό τον λόγο οι δίκαιοι ονομάσθηκαν άμεμπτοι, γιατί έπαυσαν να αμαρτάνουν και έγιναν δίκαιοι”. 
 


Άλλος αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα: 

“Είναι προτιμότερο το να μιλάει κανείς ή να σιωπά;” 

Ο Γέροντας είπε: 

“Εκείνος που μιλάει, επειδή το θέλει ο Θεός, καλά κάνει. 

Και εκείνος που σιωπά, γιατί το θέλει ο Θεός, επίσης καλά κάνει”. 
 


Είπε ο αββάς Παλλάδιος: 


“Η ψυχή που ασκείται κατά Θεόν πρέπει ή να μαθαίνει με εμπιστοσύνη ακούγοντας όσα δεν γνωρίζει, ή να διδάσκει με σαφήνεια όσα έμαθε με την πείρα. Αν κανένα από τα δυο δεν θέλει, δεν είναι στα καλά της. Γιατί είναι αρχή απομάκρυνσης από τον Θεό η χορτασιά της διδασκαλίας και η ανορεξία να ακούσει λόγο Θεού, για τον οποίο πάντοτε πεινάει η ψυχή του ανθρώπου που αγαπάει τον Θεό”. 
 


Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Σισόη: 

“Τι να κάνω, αββά, που έπεσα;” 

“Σήκω πάνω πάλι” απαντά ο Γέροντας. 

“Σηκώθηκα -του λέει ο αδελφός- και ξαναέπεσα”. 

“Σήκω ξανά και ξανά”, λέει ο Γέροντας. 

Και ρωτάει ο αδελφός: 

“Ως πότε;” 

“Έως ότου -αποκρίνεται ο Γέροντας- σε βρει η ώρα του θανάτου είτε στο καλό είτε στην πτώση. 

Γιατί σ΄ όποια κατάσταση βρεθεί ο άνθρωπος, σ΄ αυτήν και φεύγει”. 
 


Ελεγε κάποιος από τους Γέροντες: 


“Παρεκάλεσα τον αββά Σισόη να μου πει έναν λόγο, και μου είπε ότι όσα μπορεί ο άνθρωπος να τα αποφύγει και δεν λαμβάνει τα μέτρα του, είναι σαν να προκαλεί την αμαρτία”. 
 


Είπε ο αββάς Υπερέχιος: 


“Αληθινά σοφός είναι όχι αυτός πού διδάσκει με τα λόγια, αλλά εκείνος που παιδαγωγεί με το παράδειγμα”. 
 


Ρωτήθηκε Γέροντας: 

“Ποιο είναι το έργο του μοναχού;” 

Και απάντησε: 

“Η διάκριση”. 
 


Ρωτήθηκε Γέροντας: 

“Τι πρέπει να κάνει ο μοναχός;” 

Και είπε: 

“Να επιδιώκει κάθε τι το καλό και να απέχει από κάθε κακό”. 
 


Είπε Γέροντας: 


“Το να βιάζει κανείς σ΄ όλες τις περιπτώσεις τον εαυτό του, αυτός είναι ο δρόμος του Θεού”. 
 


Είπε Γέροντας: 


“Μην κάνεις τίποτε, προτού εξετάσει την καρδιά σου αν αυτό που θέλεις να κάνεις είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού”. 
 


Είπε Γέροντας: 


“Να μη θέλεις ν΄ αποφεύγεις την καταφρόνια από μέρους των άλλων”. 

209. “Ο Θεός -είπε άλλος Γέροντας- ζητάει από τον άνθρωπο τούτα: Τον νού, τον λόγο και την πράξη”. 
 


Ο ίδιος είπε: 

“Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από τα εξής: 

 Να φοβάται την κρίση του Θεού, 

 να μισήσει την αμαρτία, 

 να αγαπήσει την αρετή και 

 να προσεύχεται στον Θεό αδιάλειπτα”. 
 


Είπε Γέροντας: 


“Οι Προφήτες έγραψαν τα βιβλία (της Γραφής). Ήρθαν κατόπιν οι Πατέρες και τα εφάρμοσαν. Οι μεταγενέστεροι τα αποστήθισαν. 

Ήρθε κι αυτή η γενεά, τα έγραψε και τα τοποθέτησε στα ράφια, όπου μένουν αχρησιμοποίητα”. 
 


Είπε Γέροντας: 


“Ο άνθρωπος που εκούσια προσφέρει τον εαυτό του σε θλίψη, πιστεύω ότι μεταξύ των μαρτύρων τον λογαριάζει ο Θεός. 

Γιατί τα δάκρυα του ανθρώπου αυτού υπολογίζονται ως αίμα”. 
 


Είπε Γέροντας: 


“Το ψέμα το εκπροσωπεί ο παλαιός άνθρωπος, ενώ, αντίθετα, την αλήθεια ο αναγεννημένος άνθρωπος”. 
 


Είπε επίσης: 


“Η ρίζα των καλών έργων είναι η αλήθεια. Το ψέμα είναι θάνατος”.