Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / Αρχιμ. Ἀ­θα­να­σί­ου Ἀναστασίου


[gr]χιμ. Ἀ­θα­να­σί­ου Ἀναστασίου Προη­γου­μέ­νου Ἱ. Μ. Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, Ἁγίων Μετεώρων Ἡ πανδημία COVID-19 μέ τά παρεπόμενά της ἔχει συντριπτικές καί καταλυτικές συνέπειες στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ὁ θανατηφόρος ἰός (SARS-CoV-2) ἔχει ὡς τραγική συνέπεια τήν ἀπώλεια ἑκατοντάδων χιλιάδων ἀνθρώπων σέ ὅλο τόν κόσμο καί στήν πατρίδα μας. Δυστυχῶς θρηνήσαμε καί θρηνοῦμε ἀκόμη θύματα, παρά τίς ὑπεράνθρωπες προσπάθειες καί τήν θυσιαστική διακονία τῶν ἰατρῶν καί τῶν νοσηλευτῶν. Ἡ κοινωνική ἀποστασιοποίηση, ἡ ἀπομόνωση, ἡ σύγχυση, ἡ τρομοκρατία, ὁ φόβος, τό ἄγχος, ἡ ἀγωνία, ἡ ἀβεβαιότητα, ὁ πανικός ἔχουν ἐπικρατήσει στήν καθημερινότητα τῶν ἀνθρώπων. Πολλοί συμπολίτες μας βρίσκονται μπροστά στό φάσμα τῆς ἀνεργίας ἐξαιτίας τῶν οἰκονομικῶν ἐπιπτώσεων τῶν περιοριστικῶν (λόγῳ covid) μέτρων καί πολλές ἐπιχειρήσεις βιώνουν τίς τεράστιες συνέπειες ὁδηγούμενες σέ κλείσιμο. Ποικίλα κοινωνικά προβλήματα προκαλοῦνται ἀπό τήν τεράστια ψυχολογική πίεση ὁδηγώντας στήν κατάθλιψη, τίς αὐτοκτονικές τάσεις, τήν ἔξαρση τῆς βίας καί τῆς ἐγκληματικότητας. Σέ πολιτικό ἐπίπεδο βιώνουμε τήν συρρίκνωση τῶν ἐλευθεριῶν καί τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, τήν παραβίαση και καταπάτηση τοῦ Συντάγματος, τόν συγκεντρωτισμό στήν λήψη τῶν ἀποφάσεων, τήν ὑποβάθμιση τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἔργου, στοιχεῖα πού συνιστοῦν ἀπειλή γιά τήν ποιότητα τῆς Δημοκρατίας. Κορυφαία ἐκδήλωση τοῦ συγκεντρωτισμοῦ, τοῦ αὐταρχισμοῦ καί τῆς ἐπιβολῆς ἀνελεύθερων ἐπιλογῶν στούς πολίτες συνιστᾶ, βεβαίως, καί ἡ ἐπιβολή τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ἐμβολιασμοῦ, πού τόσο πολύ ἔχει διχάσει τούς πολίτες, ἔχει ἐπιφέρει τεράστια σύγχυση καί διχοστασία, ἀπαράδεκτες διακρίσεις καί ἀποκλεισμούς. Τραγικές, ὡστόσο, ἦταν οἱ συνέπειες καί στήν ἐκκλησιαστική ζωή τῶν πιστῶν ἐξαιτίας τῆς πρωτόγνωρης ἐπιβολῆς τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς λατρείας καί τῆς ἀπαράδεκτης, μανιώδους καί λυσσαλέας ἐπιθέσεως ἐναντίον τῆς Θείας Κοινωνίας, βάλλοντας εὐθέως καί ἀπροκάλυπτα ἐναντίον τῆς θεότητος τοῦ Θεανθρώπου, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅλα αὐτά τά φαινόμενα θά πρέπει, βεβαίως, νά τά προσεγγίζουμε μέσα καί ἀπό τήν πνευματική τους διάσταση, νά τά ἑρμηνεύουμε καί νά τά ἀντιμετωπίζουμε σύμφωνα μέ τόν νόμο καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιά ἕναν ὀρθόδοξο χριστιανό εἶναι δεδομένο ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ ἀπόλυτος Κύριος τοῦ κόσμου καί τῆς ἱστορίας. Τίποτε δέν μπορεῖ νά συμβεῖ στήν κτιστή πραγματικότητα, ἄν αὐτό δέν εἶναι στό σχέδιο καί τό θέλημα τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, εἴτε τό κατ’ εὐδοκίαν εἴτε τό κατά παραχώρησιν ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἡ πανδημία ὡς παιδαγωγία (ἐπιτίμιο-κανόνας) Πολλές φορές, ἄλλωστε, ἔχουμε τήν παιδαγωγική ἐπέμβαση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε κανόνες καί ἐπιτίμια ἀπό τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος ἐπιτρέπει ποικίλα δεινά (πανδημίες, πολέμους, λιμούς, σεισμούς κ.λπ.), ὥστε νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στήν μετάνοια καί τήν ἐπαναφορά του ἀπό τήν ἀπιστία καί τήν ἀποστασία. «Παιδεύσει σε ἡ ἀποστασία σου, καί ἡ κακία σου ἐλέγξει σε· καί γνῶθι καί ἰδέ, ὅτι πικρόν σοι τό καταλιπεῖν σε ἐμέ, λέγει Κύριος ὁ Θεός σου· καί οὐκ εὐδόκησα ἐπί σοί, λέγει Κύριος ὁ Θεός σου»[1]. (Δηλ. Ἡ ἀποστασία σου ἀπό ἐμένα θά σέ τιμωρήσει καί ἡ κακία σου θά σέ ἐλέγχει καί θά σέ συγκλονίζει. Ἀπό αὐτά πού ὑφίστασαι, μάθε καί δές, ὅτι εἶναι πολύ πικρό γιά σένα, νά ἐγκαταλείψεις ἐμένα τόν Θεό σου καί προστάτη, λέγει Κύριος ὁ Θεός σου· ἔπαυσα νά σέ περιβάλλω μέ εὐμένεια καί προστασία). Στό σημεῖο αὐτό ἔχουμε χρέος νά ἀποκαταστήσουμε τήν ἀλήθεια καί νά δηλώσουμε χωρίς ὕποπτες περιστροφές ὅτι αὐτό πού κατά κόρον τονίζεται ἀπό πολιτικούς καί ἐκκλησιαστικούς ἀκόμη παράγοντες: «πάνω ἀπό ὅλα ἡ ὑγεία», ἀποτελεῖ ἐπικίνδυνη πλάνη ἐπί τῆς ὁποίας ἑδράζεται ὅλο τό σύγχρονο ἀφήγημα τῆς ἀθέου ἀγαπολογίας καί ἐπίπλαστης φιλανθρωπίας. Ὄχι, ἡ σωματική ὑγεία δέν εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα. Δέν εἶναι τό πρώτιστο ἀγαθό. Πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι ὁ ἁγιασμός τοῦ ὅλου ἀνθρώπου καί ἡ χαρισματική θέωσή του. Πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ ἕνωσή του μέ τό ὕψιστο ἀγαθό πού εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός καί μάλιστα μέ ὁποιοδήποτε κόστος· ἀκόμα καί μέ τό «ὕψιστο», τήν σωματική ὑγεία. Γιατί μπορεῖ νά ἔχουμε σωματική ὑγεία καί νά εἴμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία, μέ τήν ζωή μας, ὅμως, νά εἴμαστε οὐσιαστικά ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀφοῦ εἴμαστε ἐν ἀποστασίᾳ καί ὄχι ἐν μετανοίᾳ. Ὅ,τι συμβαίνει, ἄλλωστε, στίς μέρες μας δέν εἶναι παρά τά σημεῖα τῆς σύγχρονης ἀποστασίας μας. Εἶναι τά ἀπότοκα τῆς ἀνομίας καί τῆς ἁμαρτίας πού ἐνεργεῖται καί πού γνωρίζει τεράστια ἔξαρση καί ἔνταση στήν ἐποχή μας καί μᾶς φέρνει ἀντιμέτωπους μέ μία πρω­το­φα­νῆ καί πο­λύ­πλευ­ρη κρί­ση καί μία ἰδιαίτερα ὀδυνηρή πραγματικότητα. Μία πραγματικότητα γεμάτη διλήμματα καί ἀδιέξοδα, γεμάτη σύγχυση καί διχοστασία, ἀμφιβολία καί ὀλιγοπιστία, πού συνοδεύεται ἀπό τό πλεόνασμα τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἔκπτωσης, τῆς ἀπαξίας καί τῆς διαφθορᾶς σέ προσωπικό καί συλλογικό ἐπίπεδο. Μᾶς λέγει χαρακτηριστικά ὁ Μ. Βασίλειος: «Διά ταῦτα νόσοι πόλεων καί ἐθνῶν, ἀέρων αὐχμοί καί ἀφορίαι γῆς καί αἱ κατά τόν βίον ἑκάστῳ τραχύτεραι περιπτώσεις τῆς κακίας τήν αὔξησιν περικόπτουσαι. Ὥστε τά τοιαῦτα κακά παρά Θεοῦ γίνεται, τῶν ἀληθινῶν κακῶν τήν γένεσιν ἐξαιροῦντα… Ἀναιρεῖ τοίνυν τό κακόν ὁ Θεός, οὐχί δέ τό κακόν ἐκ τοῦ Θεοῦ»[2]. (Δηλ. Γι’ αὐτό τό λόγο [συμβαίνουν] οἱ ἀρρώστιες τῶν πόλεων καί τῶν ἐθνῶν, οἱ ξηρασίες τῶν ἀέρων καί οἱ ἀκαρπίες τῆς γῆς καί οἱ ἀκόμη πιό σκληρές περιστάσεις στή ζωή τοῦ καθενός πού περικόπτουν τήν αὐξηση τῆς κακίας. Ὥστε ὅλα τά κακά αὐτά πού παραχωροῦνται ἀπό τόν Θεό, ἀφαιροῦν τήν αἰτία τῆς δημιουργίας τῶν πραγματικῶν κακῶν... Ὁ Θεός λοιπόν καταστρέφει τό κακό καί τό κακό δέν προέρχεται ἀπό τόν Θεό). Γιά νά μπορέσουμε, λοιπόν, νά ἀντιληφθοῦμε καί νά ἑρμηνεύσουμε σωστά τούς μεγάλους αὐτούς πειρασμούς καί τίς δοκιμασίες πού ὁ Θεός παραχωρεῖ, θά πρέπει νά ἀναζητήσουμε καί νά ἑστιάσουμε στήν «αὔξηση τῆς κακίας» καί τήν αἰτία τῶν πνευματικῶν κακῶν, τά ὁποῖα καί ἐπισείουν τά βαρύτατα δεινά πού βιώνουμε. Γι’ αὐτό καί δέν θά πρέπει νά ἐφησυχάζει κανείς, ἀλλά νά ἀνησυχεῖ σοβαρά ὄχι τόσο γιά τό πνεῦμα κατάρρευσης καί σήψης τῆς ἐποχῆς μας, ὅσο γιά τήν προβολή καί νομιμοποίηση αὐτοῦ τοῦ πνεύματος ὡς κάτι τό φυσικό καί ἑπομένως ἀξιόπρακτο. Βέβαια, ἡ ἁμαρτία πάντοτε ὑπῆρχε. Σήμερα, ὅμως, λαμβάνει ἐπίσημη μορφή καί θεσμικό χαρακτήρα. Δέν ἐπιτελεῖται μυστικά, δέν θεωρεῖται πτώση, ἀλλά καύχηση καί τιμή! Ἔχουμε, ἔτσι, τό πέρασμα ἀπό τήν ἀνομία στήν ἀποστασία. Ἡ ἀποστασία ὡς προδρομικό φαινόμενο τοῦ Ἀντιχρίστου Στό σημεῖο αὐτό θεωροῦμε ἀπαραίτητη μία πολύ σύντομη ἀναφορά στό θέμα τῆς ἀποστασίας, πῶς αὐτή διαφοροποιεῖται ἀπό τήν ἀνομία καί τήν ἐσχατολογική διάστασή της, ὡς προδρομικῆς κατάστασης τοῦ Ἀντιχρίστου. Στήν Β΄ πρός Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή του, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρεται στήν ἀποστασία ὡς σημεῖο ἐλεύσεως τῶν ἐσχάτων, ὡς προδρομικό σημεῖο τοῦ Ἀντιχρίστου. Ὁ Ἀπόστολος ἀπευθύνεται στούς Θεσσαλονικεῖς καί τούς διαβεβαιώνει ὅτι δέν θά γίνει ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου «ἐὰν μὴ ἔλθῃ ἡ ἀποστασία πρῶτον καὶ ἀποκαλυφθῇ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας» (Β΄ Θεσ. 2, 3) (δηλ. ἐάν δέν ἔρθει πρῶτα ἡ ἀποστασία καί φανερωθεῖ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας)· καί συμπληρώνει ὅτι «τὸ γὰρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας» (Β΄ Θεσ. 2, 7) (δηλ. διότι ἡ ἀνομία ἤδη ἐνεργεῖ μυστικά). Χρονικά, λοιπόν, προηγεῖται ἡ ἀνομία, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται καί ἐπεκτείνεται κατά τρόπο ἀκόμη μυστικό («μυστήριον»), ὥστε νά μήν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου φανερή. Στήν περίοδο τῆς ἀνομίας ὁ διάβολος ἐνεργεῖ συγκεκαλυμμένα. Στήν περίοδο τῆς ἀποστασίας, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τήν ἀνομία, ὁ διάβολος πλέον ἐνεργεῖ φανερά. Ἡ ἀποστασία, λοιπόν, θά εἶναι μία ἀποκάλυψη τῆς ὑπάρχουσας ἀνομίας, θά εἶναι ἡ ὁλοκλήρωση, ἡ πληρότητα τῆς ἀνομίας. Ὁ Ἅ­γιος Ἰ­γνά­τιος Μπρι­αν­τσι­α­νί­νωφ παρατηρεῖ ὅτι: «Ὁ ἀν­τί­χρι­στος θὰ ἔλ­θη στὸν και­ρό του· τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ τοῦ κα­θω­ρί­σθη. Θὰ προ­η­γη­θῆ μιὰ γε­νι­κὴ ἀ­πο­στα­σί­α. Τὸ μέ­γι­στο μέ­ρος τῶν ἀν­θρώ­πων θὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν τὴν χρι­στι­α­νι­κὴ πί­στη. Ἡ ἀ­πο­στα­σί­α θὰ εἶ­ναι τὸ προ­στά­διο. Θὰ προ­ε­τοι­μά­ση τὸν κό­σμο νὰ δε­χθῆ τὸν ἀν­τί­χρι­στο.­.. Ὁ ἀν­τί­χρι­στος θὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα εὐ­θυ­γραμ­μι­σμέ­νος μὲ τὴν γε­νι­κὴ ἠ­θι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κὴ κα­τεύ­θυν­ση τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς ἐ­πο­χῆς του»[3]. Ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀνομίας, δηλαδή ἡ ἀποστασία, στίς μέρες μας εἶναι πραγματικά χαρακτηριστική. «Ἡ ἀνομία, πράγματι, δέν κρύβεται, ἀλλά διαφημίζεται. Σέ ἐπίπεδο ἠθικῆς ἡ ἀνομία ἔχει γίνει μεταφορικά καί κυριολεκτικά νόμος. Ὁ καθένας προτρέπεται νά κάνει ὅ,τι ἐπιθυμεῖ χωρίς φραγμούς, ἐνοχές καί ἀναστολές... Σέ νομικό ἐπίπεδο, ἡ νομιμοποίηση τῶν ἐκτρώσεων, τῆς πορνογραφίας καί τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ὅπως καί ἡ προώθηση τῆς εὐθανασίας, εἶναι χαρακτηριστικά παραδείγματα αὐτῆς τῆς τάσης. Μιλᾶμε γιά ὑπέρβαση τῶν ὁρίων ὄχι ἁπλά τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς ἀλλά καί, γενικότερα, τῆς κατά συνείδησιν ἠθικῆς, τῆς ἠθικῆς μέ βάση τό κοινό περί καλοῦ καί δικαίου αἴσθημα»[4]. Ὅμως, ἐπειδή ἀκριβῶς μετακινήσαμε αὐτά τά ὅρια, γι’ αὐτό τό λόγο ἔχουμε καί θά ἔχουμε φοβερές ἐπιπτώσεις, ἀνάλογες μέ αὐτές πού βιώνουμε σήμερα. Ἔχουμε φτάσει, δυστυχῶς, στό σημεῖο, ὅπου ἡ ἀρετή χλευάζεται ὡς ὀπισθοδρομική, ἐνῶ ἡ ἁμαρτία ἐπαινεῖται· ἡ ἠθική καταπατᾶται ὡς ἀναχρονιστική, ἐνῶ ἡ ἀνηθικότητα προβάλλεται καί ἐπιβάλλεται ὡς πρόοδος· ἡ τιμιότητα ἀπορρίπτεται ὡς ἀναποτελεσματική, ἐνῶ ἡ παρανομία τείνει νά καταστεῖ κοινός τόπος. Φτάσαμε στό σημεῖο τό ἀφύσικο νά θεωρεῖται ὡς φυσιολογικό καί τό παραβατικό ὡς νόμιμο· ἡ παραδοχή τοῦ φυσιολογικοῦ καί παραδεδομένου νά θεωρεῖται ρατσισμός. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ὅλων ἡ θεσμική ἀναγνώριση καί καθιέρωση τῆς ὁμοφυλοφιλίας ὡς μίας ὀντολογικῆς καί φυσιολογικῆς κατάστασης τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους καί ἡ συνεχής προβολή της ὡς φυσικοῦ τρόπου ζωῆς καί ἡ παράλληλη διασφάλιση τῶν λεγόμενων δικαιωμάτων τῶν ΛΟΑΤΚΙ+ (Λεσβίες, Ὁμοφυλόφιλοι, Ἀμφιφυλόφιλοι, Τράνς, Κουήρ, Ἴντερσεξ)[5]. Αὐτή ἡ ἔσχατη ἠθική ἐξαχρείωση, μέ κορυφαία τήν ὁμοφυλοφιλία, ὁ ἄκρατος εὐδαιμονισμός, ἡ ἄμετρη ὑλοφροσύνη, ἡ σαρκολατρία καί σαρκολαγνεία ἔχουν ἔντονο ἐσχατολογικό χαρακτῆρα καί μᾶς ἀνάγουν στήν ἔκφυλη ζωή τῶν Σοδόμων καί τόν ἐφησυχασμό τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε. Σύμφωνα μέ τόν ἀψευδῆ λόγο τοῦ Κυρίου μας, ὅπως ἀκριβῶς ἔγινε τήν ἐποχή τοῦ Νῶε, ἔτσι θά γίνει καί κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ: «Διότι ὅπως συνέβη μέ τίς ἡμέρες τοῦ Νῶε, ἔτσι θά γίνει καί ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως δηλαδή στίς ἡμέρες πού προηγήθηκαν ἀπό τόν κατακλυσμό ἐξακολουθοῦσαν οἱ ἄνθρωποι νά τρῶνε καί νά πίνουν ἀσυλλόγιστα, νά νυμφεύονται καί νά παντρεύουν τά παιδιά τους, μέχρι ἐκείνη τήν ἡμέρα πού μπῆκε ὁ Νῶε στήν κιβωτό, καί δέν κατάλαβαν τίποτε, ὥσπου ἦλθε ὁ κατακλυσμός καί τούς ἀφάνισε ὅλους, ἔτσι θά γίνει καί ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου»[6] (Ματθ. κδ΄ 37-39). Ὁμοίως δέ καί κατά τήν συντέλεια τῶν αἰώνων, θά γίνει ὅπως καί τίς ἡμέρες τῶν Σοδόμων: «Θὰ συμβεῖ ὅ,τι ἔγινε καὶ κατὰ τίς ἡμέρες τοῦ Λώτ. Καὶ τότε οἱ ἄνθρωποι ἔτρωγαν, ἔπιναν, ἀγόραζαν, πωλοῦσαν, ἐφύτευαν, ἔκτιζαν χωρὶς νὰ σκέπτωνται καθόλου τὸν Θεόν. Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ ἔφυγε ὁ Λὼτ ἀπὸ τὰ Σόδομα, ἔβρεξε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ φωτιὰ καὶ θειάφι καὶ κατέστρεψε ὅλους. Ὅμοια μὲ αὐτὰ θὰ συμβοῦν καὶ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς δευτέρας παρουσίας, ποὺ θὰ φανεῖ μὲ ὅλη του τὴν δόξα ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου»[7] (Λουκ. ιζ΄ 28-30). Ὅπως τονίζει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Διὰ τοῦτο παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς πάθη ἀτιμίας. αἵ τε γὰρ θήλειαι αὐτῶν μετήλλαξαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν εἰς τὴν παρὰ φύσιν, ὁμοίως τε καὶ οἱ ἄρσενες ἀφέντες τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσι τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι καὶ τὴν ἀντιμισθίαν ἣν ἔδει τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες» (Ρωμ. 1, 26-27). (Δηλ. Γιά τό λόγο αὐτό τούς παρέδωσε ὁ Θεός σέ πάθη ἀτιμωτικά, διότι καί οἱ γυναῖκες τους ἀντάλλαξαν τήν φυσική χρήση μέ τήν ἀφύσικη, ὁμοίως καί οἱ ἄνδρες, ἀφοῦ ἄφησαν τήν φυσική σχέση τῆς γυναίκας, ἄναψαν ἀπό τίς ὀρέξεις τους μεταξύ τους, ὥστε ἀσελγοῦν ἄνδρες μέ ἄνδρες, ἀπολαμβάνοντας ἔτσι ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο τήν ἀνταμοιβή τῆς πλάνης τους πού τούς ἄξιζε). Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔλεγε χαρακτηριστικά γιά τό ἁμάρτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας: «Πάντα μέν οὖν ἄτιμα τά πάθη, μάλιστα δέ ἡ κατά τῶν ἀρρένων μανία... Καί ὅπερ ἄν εἴποις ἁμάρτημα, οὐδέν ἴσον ἐρεῖς τῆς παρανομίας ταύτης… Οὐ γάρ οἱ θετοί μόνον, ἀλλά καί αὐτοί οἱ τῆς φύσεως ἀνατρέπονται νόμοι».[8] (Ὅλα τά πάθη εἶναι ἄτιμα, πάνω ἀπ᾽ ὅλα ὅμως ἄτιμο, ἀτιμότατο, εἶναι ἡ ὁμοφυλοφιλία. ...Ὁποιοδήποτε ἁμάρτημα καί ἄν ἀναφέρεις, δέν εἶναι ἴσο μέ αὐτήν τήν παρανομία, ἡ ὁποία ἀνατρέπει ὄχι μόνο τούς θετούς ἀνθρώπινους νόμους, ἀλλά καί τούς νόμους τῆς φύσεως). Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, στήν ἑρμηνεία τοῦ Κανόνα τῶν Χριστουγέννων, διασώζει μία μαρτυρία ἀπό τήν νύχτα τῶν Χριστουγέννων, πού φανερώνει τό πόσο μισητή εἶναι στά μάτια τοῦ Θεοῦ ἡ ἁμαρτία τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Γράφει συγκεκριμένα: «Τρίτον δέ καί τελευταῖον θαῦμα ἠκολούθησεν ἐν τῇ Χριστοῦ Γεννήσει· λέγει γάρ ἕνας Διδάσκαλος, ὅτι τήν νύκτα ἐκείνην, κατά τήν ὁποίαν ἐγεννήθη ὁ Δεσπότης Χριστός, ἔστειλε πρῶτον ἕνα Ἄγγελον καί ἐθανάτωσεν ὅλους τούς ἀρσενοκοίτας, ὅπου ἦσαν εἰς τόν Κόσμον, καί ἔπειτα ἐγεννήθη, διά νά μή εὑρεθῇ τότε εἰς τήν γῆν μία τοιαύτη Θεομίσητος ἁμαρτία (παρά Ἱερωνύμῳ)»[9]. Καί ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ἐπεσήμανε τήν ἐσχατολογική διάσταση τῆς αὔξησης τῆς ὁμοφυλοφιλίας προλέγοντας ὅτι «ὅταν θά πολλύνει (δηλ. πληθυνθεῖ) ἡ ὁμοφυλοφιλία στούς χριστιανικούς λαούς τότε πλησιάζει τό τέλος τῆς Ἱστορίας»[10]. Ἔγραφε προφητικά ὁ μεγάλος δογματολόγος καί Ἅγιος τοῦ 20οῦ αἰ., ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς: «Ὁλόκληρη ἡ δράση τοῦ Ἀντιχρίστου καί ὅλων τῶν προδρόμων του, στό γένος τῶν ἀνθρώπων ἔχει ἕνα στόχο: νά ἀνακηρύξει ὅλους τούς θείους νόμους, ὅλους τούς νόμους τοῦ Χριστοῦ κακούς, ἐπικίνδυνους, θανάσιμους γιά τόν ἄνθρωπο, γιά τό ἀνθρώπινο γένος. Γι’ αὐτό ἐπιτάσσει νά ἀπορριφθοῦν, νά ἀντικατασταθοῦν μέ ἄλλους νόμους, ἀντίθετου περιεχομένου καί ἀντίθετου νοήματος· τόν Χριστό νά τόν ἀντικαταστήσουμε μέ τόν Ἀντίχριστο, ὅλους τούς νόμους Του μέ τούς νόμους τοῦ Ἀντιχρίστου»[11]. Αὐτό, δυστυχῶς, τό συναντᾶμε στίς μέρες μας μέ τά ἀλλεπάλληλα ἀνήθικα, ἀντιεκκλησιαστικά, ἀντιευαγγελικά καί ἀντίθεα νομοθετήματα πού ψηφίζονται τά τελευταῖα χρόνια ἀπό τό Ἑλληνικό Κοινοβούλιο. Καί ὅλα αὐτά σχεδόν ἀδιαμαρτύρητα, χωρίς καμμία ἀντίδραση ἀπό θεσμικούς φορεῖς, ἀκόμη καί ἐκκλησιαστικούς, παρά μόνον ἀπό μεμονωμένα πρόσωπα καί ἐλάχιστες συλλογικότητες, καθώς ἔχουν ἀμβλυνθεῖ οἱ συ­νει­δή­σεις καί ἔχουν καμφθεῖ οἱ πνευ­μα­τι­κές ἀν­τι­στά­σεις καί τά ἀν­τι­σώ­μα­τα τοῦ λα­οῦ μας. Ἔχει ὑποβαθμισθεῖ καί ἀλλοιωθεῖ ἡ πίστη του, ἀλλά καί ἡ φιλοπατρία του. Ἔχει ἐκκοσμικευθεῖ, ἔχει συνηθίσει καί ἔχει ἀποδεχθεῖ τίς πρα­κτι­κές αὐτοῦ τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου ἀν­τί­θε­ου, ἀντίχριστου καί ἀντιευαγγελικοῦ τρό­που ζω­ῆς, τόν ὁποῖο καί ἀκολουθεῖ ἄβουλα καί ἄκριτα. Μᾶς ἐπισημαίνει καί πάλι ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς: «Ὅταν οἱ ἄνθρωποι συνειδητά καί ἐπίμονα δέν θέλουν τόν μόνο καί ἀληθινό Θεό καί δέν Τόν ὑπηρετοῦν, τότε ὁ Θεός “ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῶν καρδιῶν αὐτῶν” τούς παραδίδει “εἰς ἀδόκιμον νοῦν”. Καί ἔτσι πιστεύουν στά ψεύδη καί μέ τόν “ἀδόκιμο” νοῦ τους δικαιολογοῦν καί ὑπερασπίζονται αὐτήν τήν πίστη τους στό ψεῦδος καί τήν ζωή μέσα σέ τοῦτο τό ψεῦδος δημιουργώντας ὁλόκληρες φιλοσοφίες καί συστήματα ψεύδους. Μέσα σέ ὅλα αὐτά ὁ Θεός δέν ἀσκεῖ καμμία βία ἐπί τῆς ἐλευθερίας τους, οὔτε καί τούς ἐπιβάλλει τήν ἁμαρτία, τό κακό, τόν θάνατο, τόν διάβολο. Τούς ἀφήνει μόνον “ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῶν καρδιῶν αὐτῶν”. Στήν πραγματικότητα αὐτό ἀποτελεῖ τήν φοβερότερη πτώση τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος: ὁ θεοειδής νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, δημιουργημένος νά πιστεύει στήν Αἰώνια Ἀλήθεια, στόν Θεό καί νά ζεῖ μέ Αὐτόν, καταλήγει νά πιστεύει στό ψεῦδος καί νά ζεῖ σ’ αὐτό, νά τό δικαιολογεῖ καί νά τό θεωρεῖ τό αἰώνιο βασίλειό του, τήν ἀλήθεια του»[12]. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνει, ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό καί τότε ἔρχεται ὁ διάβολος, ὁ μισάνθρωπος καί ἀνθρωποκτόνος καί κυριεύει καί καταδυναστεύει τήν ψυχή καί τήν ζωή του. Ὁ Θεός, ὅμως, σέβεται τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου, πού ὁ Ἴδιος τοῦ χάρισε. Γιά τόν λόγο αὐτό καί κάθε πράξη καταπίεσης καί ἐξαναγκασμοῦ -ἀνάλογη μέ αὐτή πού βιώνουμε μέ τό πρόσχημα τῆς πανδημίας- δέν εἶναι κατά Θεόν. Στίς μέρες μας συντελεῖται συντριπτικά ἕνα βίαιο ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­σμα. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἀρνεῖται τόν προορισμό του, πού εἶναι νά γίνει θεός κατά χάριν· διαστρέφει καί ἀντιστρέφει τόν προορισμό του καί ἀναζητᾶ τήν αὐτονομημένη ἰσοθεΐα, νά γίνει θεός «δί­χα Θε­οῦ καί πρό Θε­οῦ καί οὐ κα­τά Θε­όν».[13] (Δηλ. χωρίς Θεό καί πρίν ἀπό τόν Θεό καί ὄχι κατά Θεόν). Ἡ ἄρ­νη­ση τοῦ Θεανδρικοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ μας (τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος) εἶ­ναι ἡ «νέ­α πτώ­ση», ἡ πτώ­ση τοῦ «νέ­ου τύ­που ἀν­θρώ­που», τοῦ ἀνθρώπου τῆς Νέας Ἐποχῆς. Εἶ­ναι ὁ ὑ­πο­βι­βα­σμός ἀ­πό τήν θε­αν­θρω­πό­τη­τα στήν ἀν­θρω­πό­τη­τα, τό πέ­ρα­σμα στήν Νέ­α Ἐ­πο­χή ἤ τήν Ἐ­πο­χή τοῦ Ἀν­θρώ­που, ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς λέ­γε­ται, τοῦ νέ­ου, δηλαδή, αὐ­το­θε­ο­ποι­η­μέ­νου ἀν­θρώ­που! Εἶ­ναι ἡ ἑ­κού­σια ὑ­πα­γω­γή τοῦ ἀν­θρώ­που στήν κα­τά­στα­ση τῆς πτώ­σε­ως καί τά συμ­πα­ρομαρτοῦντα της. Ἡ οἰκολογική καταστροφή ὡς σημεῖο τῶν ἐσχάτων Ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου συμπαρασύρει καί ὁλόκληρη τήν κτίση: «Πᾶ­σα ἡ κτί­σις συ­στε­νά­ζει καί συ­νωδί­νει ἄ­χρι τοῦ νῦν». (Ρωμ. η΄ 22) (Δηλ. ὁλόκληρη ἡ πλάση στενάζει καί συμπάσχει μέχρι σήμερα). Ὁ μετά τήν πτώση ἄν­θρω­πος βι­ώ­νει τήν δι­α­τά­ρα­ξη τῶν σχέ­σε­ών του μέ τό συ­νάν­θρω­πό του, ἀλ­λά καί μέ ὁλόκληρη τήν κτί­ση. Κι αὐτό γιατί ἡ ὁ­μα­λή συ­νύ­παρ­ξή τους στη­ρι­ζό­ταν στήν ἀ­γα­πη­τι­κή σχέ­ση καί κοι­νω­νί­α πού εἶ­χε ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος μέ τό Θε­ό, τήν ὁποία διέκοψε μέ τήν παρακοή του στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Οἱ συ­νέ­πει­ες τῆς πτώ­σε­ως τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἐκ τούτου, δέν πε­ρι­ο­ρί­στη­καν μόνο στό ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος, ἀλ­λά ἐ­πε­κτά­θη­καν στήν ἄλ­ο­γη φύ­ση καί στά ἄ­λο­γα ζῶ­α. Ἡ κυ­ρι­αρ­χι­κή ἐ­ξου­σί­α ἐ­πί τοῦ κτι­στοῦ κό­σμου, πού δώ­ρη­σε ὁ Θε­ός στόν ἄν­θρω­πο ὁ­ρί­ζον­τάς τον φύ­λα­κα καί διαχειριστή τοῦ πα­ρα­δεί­σου, δι­α­στρέ­φε­ται σέ ἐγ­κλη­μα­τι­κή ἐ­πέμ­βα­ση καί ἐκ­με­τάλ­λευ­ση τῆς φύ­σε­ως -στό ὄ­νο­μα τῆς ἀ­να­πτύ­ξε­ως καί τῆς προ­ό­δου- μέ ὀ­λέ­θρι­ες καί μή ἀ­να­στρέ­ψι­μες συ­νέ­πει­ες γιά τό πε­ρι­βάλ­λον, ἀλ­λά καί γιά τόν ἴ­διο τόν ἄν­θρω­πο, πού ἀ­πό προ­στά­της γί­νε­ται δυ­νά­στης τῆς φυ­σι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας. Ὁ ἀνθρωποκεντρικός χαρακτήρας τῶν παρεμβάσεών του καί ἡ ἐπιβολή τῆς κοσμικῆς κυριαρχίας του ὁδήγησε στήν κατάχρηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ὅλα αὐτά τά δεινά, πού μᾶς πλήττουν ὁλοένα καί πιό συχνά, δέν εἶναι παρά ἡ ἔκφραση τῶν στεναγμῶν τῆς κτίσεως ἐξαιτίας τῆς παρά φύσιν ζωῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός, λοιπόν, δέν δίνει τίς πληγές, ἀλλά παραχωρεῖ νά ἔρθουν αὐτές, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μέ ὑπερφίαλο ἐγωισμό καί ἀλαζονεία ὑπερβαίνει τά ὅριά του. Οὐσιαστικά, δηλαδή, ὁ Θεός δέν εἶναι τιμωρός, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται μέ βάση τίς ἐπιλογές του. Δέν εἶναι τυχαῖο, λοιπόν, ὅτι πρόσφατες ἐπιστημονικές ἔρευνες, ὅπως αὐτή πού καταγράφεται στά ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ 2020 σχετικά μέ τόν ρόλο τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς στήν ἐμφάνιση καί ἐξάπλωση τοῦ νέου κορωνοϊοῦ καί ὑπογράφουν οἱ Χ.Β. Γελαδάρης, Ἐ.Β. Γελαδάρης, Ἐ.Ἀ. Ἀνδρεάδης, Ν. Βαλλιάνου, Σ.Π. Ντουράκης, καταδεικνύουν ὅτι ἡ ἐμφάνιση καί ἐξάπλωση τῆς θανατηφόρου λοιμώξεως εἶναι συνέπεια τῆς οἰκολογικῆς ἀνισορροπίας, τῆς αὐξημένης ἀτμοσφαιρικῆς ρύπανσης καί τῆς ὑπερθέρμανσης τοῦ πλανήτη, σέ συνδυασμό μέ τήν κατάρρευση τῶν φυσικῶν οἰκοσυστημάτων πού ὁδήγησαν στήν ἀναπόφευκτη μετακίνηση ζώων σέ νέες (ἀστικές) περιοχές καί τήν ἐπαφή τους μέ ἄλλα ζῶα, τά ὁποῖα ὑπό φυσιολογικές συνθῆκες δέν θά συναντοῦσαν. Συνέπεια ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ ἐμφάνιση νέων ἰῶν καί μικροβίων, ἤ ἡ ἐπανεμφάνιση ἀρχαίων μικροοργανισμῶν, γιά τούς ὁποίους ὁ ἀνθρώπινος ὀργανισμός δέν διαθέτει «ἄμυνες»[14]. Παράλληλα διατυπώνεται καί ἡ ἄποψη ὅτι ὁ COVID-19 ἀποτελεῖ προϊόν ἐργαστηριακῆς κατασκευῆς. Ἴσως νά ἔχει σοβαρούς λόγους ὁ Π.Ο.Υ. πού ζητᾶ ἐπανειλημμένα περαιτέρω διερεύνηση πιθανῆς προελεύσεως τοῦ κορωνοϊοῦ ἀπό ἐργαστήριο τῆς Γιουχάν στήν Κίνα. Πάντως καί στίς δύο περιπτώσεις προέλευσης τοῦ COVID-19 (φυσική ἤ ἐργαστηριακή) ὁ κοινός παρονομαστής εἶναι ἡ ὑπέρβαση τῶν ὁρίων ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ βίαιη παρέμβασή του στήν κτίση. Ἄρνηση συσχηματισμοῦ μέ τήν ἀντίθεη Νέα Ἐποχή Ὅλη ἡ ἐποχή μας, ἄλλωστε, χαρακτηρίζεται καί κυριαρχεῖται ἀπό ἕναν τεράστιο παραλογισμό, μιά ἀνισορροπία, μιά ἀντιστροφή καί διαστροφή τῶν πάντων. Καθημερινά βρισκόμαστε, ὁλοένα καί περισσότερο, ἀντιμέτωποι μέ τό ὀξύμωρο καί τό ἀντιφατικό. Ἀμφισβητεῖται καί ἀντιστρέφεται καί αὐτό τό ἴδιο τό αὐτονόητο, ἡ κοινή λογική, τό ἀντικειμενικά ἰσχύον καί τό κοινῶς ἀποδεκτό (αὐτό πού στίς μέρες μας ἀποκαλεῖται πολιτική ὀρθότητα!). Ἡ ἀ­λή­θεια σχε­τι­κο­ποι­εῖ­ται, ὁ πα­ρα­λο­γι­σμός κα­θί­στα­ται κοι­νή λο­γι­κή, ἡ κα­τά­πτω­ση τῶν ἠ­θῶν καί τῶν ἀξι­ῶν ὑψώνεται σέ ὑ­πε­ρα­ξί­α καί ἡ ἀ­πα­ξί­ω­ση ἀνάγεται σέ κοι­νω­νι­κή κα­θι­έ­ρω­ση καί προ­βο­λή. Τό πα­ρά φύ­σιν ἀν­τι­με­τω­πί­ζε­ται ὡς φυ­σι­ο­λο­γι­κό φαι­νό­με­νο καί ἀ­να­κα­λύ­πτει συ­νε­χῶς νέ­ους δρό­μους ὑ­περ­βο­λῆς καί πα­ρα­ποι­ή­σε­ως τοῦ φυ­σι­κοῦ. Κυριαρχεῖ παντοῦ ἡ διαβρωτική ἀμφισβήτηση, ἡ συνολική ἀπαξίωση καί ἀπόρριψη τῶν πάντων. Ζοῦμε στήν «Νέα Ἐποχή» τῆς σύγχυσης, τῆς πλάνης, τῆς ἀποστασίας καί τῆς ἀμετανοησίας∙ μιά ἐποχή ἀθεΐας, ἀντιθεΐας, σατανολατρίας, αὐτονομημένης ἰσοθεΐας καί αὐτοθεοποίησης. Ζοῦμε στήν ἐποχή μιᾶς ἐκπληκτικῆς ἐπιστημονικῆς καί τεχνολογικῆς ἀνάπτυξης, πού ὁδήγησαν τόν ἄνθρωπο στήν θεοποίηση τῆς λογικῆς του, τῆς ἐπιστήμης του καί τῶν φυσικῶν του δυνατοτήτων. Γι’ αὐτό καί σήμερα «εὐαγγελίζονται» τήν «ἀναβάθμιση» τοῦ ἀνθρώπου σέ γενετικό, ψηφιακό καί μηχανικό ἐπίπεδο, δημιουργώντας ἕνα cy-borg, ἕναν «κυβερνο-οργανισμό» πού «θά ἐπεκταθεῖ ἀκόμη καί στό σύμπαν»! Ἔχουμε τήν ἀν­τι­στρο­φή τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς καί γνω­στι­κῆς ἱκα­νό­τη­τος πού χά­ρι­σε ὁ Θε­ός στόν ἄν­θρω­πο, ὁ Ὁ­ποῖ­ος «ἔ­δω­κεν ἀν­θρώ­ποις ἐ­πι­στή­μην ἐν­δο­ξά­ζε­σθαι ἐν τοῖς θαυ­μα­σί­οις αὐ­τοῦ[15]» (δηλ. ὁ Θεός ἔδωσε στούς ἀνθρώπους τήν ἰατρική ἐπιστήμη, ὥστε νά δοξάζεται μέ τά θαυμαστά ἔργα Του). Μέ τήν «Νέ­α Ἐ­πι­στή­μη» ὁ ἀν­θρω­πος σφε­τε­ρί­ζε­ται τήν Γνώ­ση, τήν Σο­φί­α καί τήν Δό­ξα τοῦ Θε­οῦ καί αὐ­το­α­να­κη­ρύσ­σε­ται σέ ἀπόλυτη καί μοναδική αὐθεντία, ἀρνούμενος τόν Δημιουργό του. Δέν εἶναι, ἄλλωστε, τυχαῖο ὅτι σύγχρονοι ἐπιστήμονες, μέ ἀφορμή τόν κορωνοϊό, ἀντιστρατεύονται τήν Ἐκκλησία καί ὄχι μόνον δέν δοξάζουν τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό βλασφημοῦν καί τό ὑβρίζουν. Αὐτούς τούς ἐπιστήμονες καί αὐτή τήν ἐπιστήμη καλούμαστε νά ἐμπιστευθοῦμε; Ἐξάλλου, ὁ ἀρχαιοελληνικός σοφός λόγος διδάσκει: «πᾶσά τε ἐπιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς πανουργία, οὐ σοφία φαίνεται»[16]. Σύμφωνα μέ τό ἀψευδές στόμα τοῦ Κυρίου μας, «Ἐπικατάρατος ὁ ἄνθρωπος, ὃς τὴν ἐλπίδα ἔχει ἐπ’ ἄνθρωπον καὶ στηρίζει σάρκα βραχίονος αὐτοῦ ἐπ’ αὐτόν, καὶ ἀπὸ Κυρίου ἀποστῇ ἡ καρδία αὐτοῦ· ...καὶ εὐλογημένος ὁ ἄνθρωπος, ὃς πέποιθεν ἐπὶ τῷ Κυρίῳ, καὶ ἔσται Κύριος ἐλπὶς αὐτοῦ· ...ἴασαί με, Κύριε, καὶ ἰαθήσομαι· σῶσόν με, καὶ σωθήσομαι· ὅτι καύχημά μου σὺ εἶ» (Ἱερεμ. 17, 5,7,14)[17]. Ὁ ἄμετρος ἀτομισμός καί ἡ ἐγωκεντρικότητα, ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στίς ἀτομικές δεξιότητες καί τά ἀνθρώπινα ἐπιτεύγματα, ἀποκομμένα ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, οἰκοδομοῦν ἕναν νέο πύργο τῆς Βαβέλ (Βαβέλ στά ἑβραϊκά σημαίνει σύγχυση). Φανερώνουν ὅτι τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἀντίθετο μέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τήν Πεντηκοστή ἀντέστρεψε τά ἀποτελέσματα τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ (Βλ. Γέν. 11, 7). Μᾶς τό περιγράφει αὐτό τό Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς: «Ὅτε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε, καὶ συμφώνως δοξάζομεν τὸ Πανάγιον Πνεῦμα»[18]. Ἡ Πεντηκοστή στάθηκε διορθωτική τῆς ἀλαζονείας τῶν ἀνθρώπων πού ἀποπειράθηκαν νά ὑψώσουν τόν πύργο τῆς Βαβέλ. Καί ὁ σημερινός σαρκικός ἄνθρωπος ἀπορρίπτει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ἐπιχειρεῖ μέσῳ τοῦ ἄκρατου καί ἰσοπεδωτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς πανθρησκείας, τῆς παγκοσμιοποίησης καί τῆς ὁμογενοποίησης νά ἑδραιώσει μία νέα Βαβέλ. Αὐτή ἡ νέα Βαβέλ, ἡ «Νέ­α Ἐ­πο­χή», ὑ­πάρ­χει καί δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται στούς ἀ­ντί­πο­δες τοῦ Θε­αν­θρώ­που Κυρίου μας Ἰησοῦ Χρι­στοῦ καί τοῦ σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κοῦ Του ἔρ­γου. Ἀρ­νεῖ­ται καί ἀ­ντι­μά­χε­ται τήν ἀ­πο­κεκαλυμμένη ἀ­λή­θει­α τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Πε­ρι­θω­ρι­ο­ποι­εῖ καί ἀ­πορρί­πτει τόν Θεάνθρωπο Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τήν Παναγία μας, τούς Ἁγίους μας καί ὅλους ὅσοι ἀγωνίζονται νά ἐπιτύχουν τόν ἁγιασμό τους, τήν θέωσή τους, δηλαδή τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Χριστοῦ. «Πᾶν πνεῦμα ὅ μή ὁμολογεῖ τόν Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καί τοῦτό ἐστι τό τοῦ ἀντιχρίστου ὅ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καί νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστίν ἤδη» (Α΄ Ἰω. 4, 3). (Δηλ. Κάθε πνεῦμα, τό ὁποῖο δέν ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦρθε ὡς ἄνθρωπος, δέν εἶναι ἀπό τόν Θεό. Αὐτό εἶναι τό πνεῦμα τοῦ ἀντιχρίστου, γιά τόν ὁποῖο ἔχετε ἀκούσει ὅτι ἔρχεται, καί τώρα εἶναι ἤδη στόν κόσμο). Παρακολουθοῦμε, λοιπόν, τήν διαμόρφωση μίας παγκόσμιας πραγματικότητας πού ΔΕΝ εἶναι κατά Θεόν. Μέ αἰχμή τοῦ δόρατος τήν πανδημία καί προμετωπίδα τήν ἐπιβολή τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ἐμβολιασμοῦ, ἐνισχύεται καί ἑδραιώνεται ἕνα παγκόσμιο συγκεντρωτικό σύστημα ἐξουσίας καί ἐλέγχου. Ὅ­σοι ἀρ­νοῦν­ται νά προ­σχω­ρή­σουν καί νά ὑπηρετήσουν τό σύ­στη­μα αὐ­τό ἀπειλοῦνται μέ ἕναν πο­λύ­πλευ­ρο κοι­νω­νι­κό καί οἰ­κο­νο­μι­κό ἀ­πο­κλει­σμό. Αὐτό τό συγκεντρωτικό σύστημα ἐλέγχου καί ἐξουσίας, ἄλλωστε, ἐδῶ καί δεκαετίες, ἀποδομεῖ τήν ἑλληνική κοινωνία. Ἐνδεικτική εἶναι ἡ περίπτωση τῆς ὀργανωμένης καθοδήγησης τοῦ πληθυσμοῦ νά ἐγκαταλείψει τήν ὕπαιθρο καί νά ἐγκατασταθεῖ μαζικά στίς ἀστικές περιοχές καί τίς μεγάλες πόλεις. Ἡ ἐγκατάλειψη αὐτή ἐπέφερε τήν κατάργηση τῆς οἰκιακῆς οἰκονομίας, τόν μαρασμό τῆς ἀγροτικῆς καί ζωϊκῆς παραγωγῆς καί τήν ἀποκοπή τῶν ἀνθρώπων ἀπό τήν γῆ τους[19]. Ὁ στόχος, βεβαίως, δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν αὐξανόμενη μείωση τῆς δυνατότητας παραγωγικῆς καί οἰκονομικῆς αὐτάρκειας τῶν ἀνθρώπων καί τήν συνεχῆ ἐξάρτησή τους ἀπό τούς πολιτικούς καί ἀπό τούς μισθούς καί τά ἐπιδόματα πείνας. Προέτρεπε προφητικά ὁ Ἅγιος Παΐσιος: «Γι’ αὐτό, ἄν φροντίσει κανείς νά ζεῖ ἀπό τώρα ἁπλά, λιτά, θά μπορεί νά ζήσει ἐκεῖνα τά χρόνια. Νά ἔχει κανένα χωραφάκι, γιά νά μπορεῖ νά καλλιεργήσει λίγο σιτάρι, πατάτες. Νά βάλει λίγα ἐλαιόδενδρα, καί τότε μέ κανένα ζῶο, καμμία κατσίκα, λίγες κότες θά μπορεῖ νά ἀντιμετωπίσει τίς ἀνάγκες τῆς οἰκογένειάς του»[20]. Ἡ κα­τά­στα­ση γί­νε­ται ὁ­λο­έ­να καί πιό ἐ­πι­κίν­δυ­νη γιά τίς ἐ­λευ­θε­ρί­ες τῶν πο­λι­τῶν. Ὁ περιορισμός τῆς πανδημίας καί τά ἀνάλογα περιοριστικά μέτρα ἐλέγχου πού συνεπάγεται εἶναι τό πρό­σχη­μα καί ταυτόχρονα ἡ συ­νι­στῶ­σα ὅ­λων τῶν δυ­νά­με­ων πού λει­τουρ­γοῦν γιά τήν ὁ­μο­γε­νο­ποί­η­ση τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν, τήν ἀ­πο­δυ­νά­μω­σή τους, τήν κα­τα­στο­λή καί τόν ἔ­λεγ­χό τους. Εἶ­ναι ὁ κα­τα­λύ­της γιά τήν ὑ­πα­γω­γή καί τήν ἀ­φο­μοί­ω­σή τους στό «σύ­στη­μα». Εἶ­ναι ἡ αἰχ­μή τοῦ δό­ρα­τος στήν φαλ­κί­δευ­ση τῶν ἐ­λευ­θε­ρι­ῶν τους, στήν δί­ω­ξη τῶν δρα­στη­ρι­ο­τή­των τους, στήν ἐ­νο­χο­ποί­η­ση τῶν φρο­νη­μά­των τους καί στήν τε­λι­κή χει­ρα­γώ­γη­σή τους καί τήν ὑ­πο­δού­λω­σή τους. Στήν ἴδια λογική, ἀκολουθεῖ συντομότατα ἡ καθιέρωση τοῦ Προσωπικοῦ Ἀριθμοῦ (Π.Α.), πού θά ἀντικαταστήσει τόν ΑΦΜ καί τόν ΑΜΚΑ καί θά ἐνταχθεῖ στίς νέες ταυτότητες (κάρτα πολίτη) μέ μικροτσίπ RFID[21]. Πῶς θά μποροῦσε, λοιπόν, νά ἀμφισβητήσει κανείς τό πλέον πρόδηλο: ἡ περίπτωση τῆς πανδημίας πού ἐνέσκηψε στόν πλανήτη μας εἶναι πρωτίστως θέμα πνευματικό. Καί ὅλα τά τραγικά ἐπακόλουθά της, πού ταλανίζουν ὄχι μόνο τήν Ἁγιωτάτη Ἐκκλησία μας, ἀλλά καί τήν φιλτάτη πατρίδα μας, τήν Ἑλλάδα, ἀνάμεσα σ’ αὐτά τό ἐμβόλιο - σύμβολο τῆς παντοδυναμίας τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου- καί ἡ ἐμμονή τῆς πολιτικῆς, οἰκονομικῆς καί δημοσιογραφικῆς διαπλοκῆς τῆς Νέας Τάξεως Πραγμάτων στόν ὑποχρεωτικό ἐμβολιασμό συνιστοῦν σα­φῶς μί­α προ­δρο­μι­κή κα­τά­στα­ση τοῦ Ἀν­τι­χρί­στου μέ ἔν­το­νη ἀ­να­φο­ρά στά ἔ­σχα­τα. Εἶναι, θά λέγαμε, μία περίοδος ἔξαρσης ἐνέργειας, ἀποδοχῆς καί ἐπήρειας τοῦ Σατανᾶ, πού ἀντιστρατεύεται τό ἔργο τοῦ Θεοῦ καί τούς πιστούς. Δέν μπορεῖ, ἄλλωστε, τό σύστημα πού γεννᾶ τό πρόβλημα νά προσφέρει ταυτόχρονα καί τήν λύση του. Δέν μπορεῖ ἡ συνέπεια τῆς ἀποστασίας (πού εἶναι ἡ πανδημία) νά θεραπεύεται μέ ἕνα, ἐπίσης, παράγωγο τῆς ἀποστασίας, πού εἶναι ἡ αὐτοθεοποιημένη ἐπιστήμη καί ἡ προβολή τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ἐμβολίου ὡς πανάκεια. Τό ἐμβόλιο αὐτό, κατά συνέπεια, ὅπως μᾶς βεβαιώνουν καί σύγχρονοι διορατικοί καί χαρισματοῦχοι πατέρες, δέν μπορεῖ νά εἶναι ἐκ τοῦ Θεοῦ, καθώς αὐτή τήν στιγμή φαίνεται νά ἀποτελεῖ τόν κύριο μοχλό κίνησης στήν διαδικασία ἔνταξής μας στήν σατανοκρατούμενη Νέα Ἐποχή μέ σωματικές καί πνευματικές συνέπειες καί στό παρόν καί στό μέλλον. Γι’ αὐτό καί δυσκολεύει τήν πορεία τῆς μετανοίας, ἡ ὁποία, ὅμως, στό στάδιο αὐτό εἶναι ἐφικτή. Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά ξεκαθαρίσουμε ὅτι τό τόσο ἐμμονικά προωθούμενο καί ἐπιβαλλόμενο ἐμβόλιο, σύμφωνα πάντα καί μέ τούς σύγχρονους χαρισματικούς πατέρες, δέν ἀποτελεῖ τό χάραγμα (σφράγισμα) τοῦ Ἀντιχρίστου, τό ὁποῖο θά γίνει τήν ἐποχή πού θά βασιλεύει ὁ Ἀντίχριστος, ὡς ἱστορικό πρόσωπο. Μετά τό χάραγμα (σφράγισμα), σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας, δέν ὑπάρχει δυνατότητα μετάνοιας καί ἐπιστροφῆς, καθώς ἀκυρώνεται ἡ «σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καί ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος στήν Κόλαση. Ἡ δυσπιστία καί ἡ καχυποψία μέ τήν ὁποία τό ἐμβόλιο ἀντιμετωπίζεται ἀπό ἕνα μεγάλο ποσοστό τῶν πολιτῶν (καί ἰδιαιτέρως τῶν πιστῶν) φανερώνει κάτι σημαντικό. Φανερώνει ὅτι τό αἰσθητήριο τοῦ λαοῦ μας δέν ἐμπιστεύεται αὐτό τό παγκόσμιο ἀντίχριστο σύστημα καί τούς ἐγχώριους ἐντολοδόχους του. Φανερώνει τήν ἐπιθυμία πολλῶν ἀνθρώπων νά ἀντιδράσουν στόν ἐξαναγκασμό καί νά ἀρνηθοῦν νά ἐνδώσουν, νά ὑποταχθοῦν καί νά ἐγκλωβισθοῦν σέ ἕνα καθεστώς φόβου, τρομοκρατίας, ἀνελευθερίας καί ἐλέγχου, πού θέ­λει τούς ἀν­θρώ­πους ὑ­πό­δου­λους, κα­τα­πι­ε­σμέ­νους, φο­βι­σμέ­νους, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νους, ἀ­να­σφα­λεῖς, ἐ­λεγ­χό­με­νους, χει­ρα­γω­γού­με­νους καί κα­τευ­θυ­νό­με­νους· τούς θέ­λει ἄ­βου­λη μά­ζα, τό «ζα­λι­σμέ­νο κο­πά­δι» τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς, σατανοκρατούμενους καί σταυ­λι­σμέ­νους στό «παγ­κό­σμιο μαν­τρί» τῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας της. Γιά τούς πιστούς χριστιανούς μάλιστα ἡ δυσπιστία αὐτή καί ἡ ἐπιφυλακτικότητα ἀπέναντι στό ἐμβόλιο φανερώνει ταυτόχρονα καί τήν ἐπιθυμία τους νά διατηρήσουν ἀδιαπραγμάτευτα τά ζητήματα πού ἅπτονται τῆς ἀσφαλοῦς πνευματικῆς τους πορείας καί σωτηρίας. Στά θέ­μα­τα αὐ­τά, ἄλλωστε, δέν ὑ­πάρ­χουν «μέ­σες λύ­σεις». «Ἐξέλθετε ἐξ αὐτῆς ὁ λαός μου, ἵνα μὴ συγκοινωνήσητε ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῆς, καί ἵνα ἐκ τῶν πληγῶν αὐτῆς μή λάβητε» (Ἀποκ. 18, 4) (δηλ. Βγεῖτε ἔξω ἀπ' αὐτήν τήν ἁμαρτωλή πόλη ἐσεῖς, πού ἀποτελεῖτε τόν λαό μου, γιά νά μή γίνετε συμμέτοχοι στίς ἁμαρτίες της καί νά μή λάβετε μέρος στίς τιμωρίες της). Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς καλεῖ νά ἀντισταθοῦμε στό δαιμονικό πνεῦμα τῆς «νοητῆς Βαβυλῶνος», τῆς σύγχρονης, δηλαδή, ἀποστασίας. «Καὶ μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς ὑμῶν, εἰς τὸ δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» (Ρωμ. 12, 2), μᾶς τονίζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. (Δηλ. Καί νά μή συμμορφώνεσθε μέ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλά νά μεταμορφώνεσθε διά τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ πνεύματός σας, ὥστε νά διακρίνετε ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, καί τί εἶναι καλό, εὐάρεστο καί τέλειο). Ἀρνούμαστε, λοιπόν, νά συμμορφωθοῦμε μέ τά ἀντίχριστα καί ἀντίθεα κελεύσματα τῆς δαιμονοκρατούμενης Νέας Ἐποχῆς. Ἀρνούμαστε, ἐκ τῶν προτέρων, τήν εἴσοδό μας στό συγκεντρωτικό, ὁλοκληρωτικό, ὀλέθριο, ἀντίθεο καί ἀντίχριστο σύστημα. Ἀρνούμαστε, ἐξ ἀρχῆς, ὁποιαδήποτε δέσμευση καί παγίδευσή μας σέ μία ἀδιέξοδη, ἀνεπίστροφη καί θανάσιμη πνευματικά πορεία, ἀπό τήν ὁποία δέν θά ἔχουμε τήν δύναμη καί τήν δυνατότητα νά ἐξέλθουμε. «Εἶναι ἀπαραίτητο νά πολεμήσουμε τώρα τήν βασιλεία τοῦ σκότους, πού ἐγγίζει, ἐφ’ ὅσον ἡ δυνατότητα τῆς ἀντίδρασης, ἀκόμα, δέν μᾶς ἔχει ἀφαιρεθεῖ. Κάθε ἀποφυγή γιά μάχη τώρα, καί κάθε μικρή ἀντίδραση γιά τό κακό, χάρη τῆς συμπόρευσης μ’ αὐτό, σήμερα, θά εἶναι πιό δύσκολη αὔριο»[22]. Ἀνάγκη γιά μετάνοια Σκο­πός μας, βεβαίως, δέν εἶ­ναι, σέ καμ­μί­α πε­ρί­πτω­ση, νά διχάσουμε τούς ἀνθρώπους ἤ νά πα­ρα­στή­σου­με τούς «προ­φῆ­τες», ἀλ­λά νά συμ­βά­λου­με στήν καλ­λι­έρ­γεια τῆς κα­λῆς ἀ­νη­συ­χί­ας καί τοῦ ὁ­μο­λο­για­κοῦ φρο­νή­μα­τος. Ἡ ἀποστασία, ἡ ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τόν Θεό καί ἡ ἀμετανοησία μας εἶναι ἡ αἰτία καί τῶν παρόντων καί τῶν ἐπερχομένων δεινῶν καί προβλημάτων μας. Εἶναι ἀπόλυτη καί ἄμεση ἀνάγκη νά ἀναλογιστοῦμε καί νά ἀναγνωρίσουμε ταπεινά ὁ καθένας τά λάθη μας καί τήν ἁμαρτωλότητά μας, νά ἀποδεχθοῦμε καί νά ἀναλάβουμε ὁ καθένας μας τό μερίδιο εὐθύνης πού μᾶς ἀναλογεῖ, χωρίς νά θεωροῦμε πάντα ὑπεύθυνους γιά ὅλα τούς ἄλλους. Σή­με­ρα, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λη ἐ­πο­χή, τό κή­ρυγ­μα τῆς με­τα­νοί­ας εἶ­ναι ἐ­πί­και­ρο καί ἀπόλυτα ἀ­ναγ­καῖ­ο. Μᾶς ἔκανε ἐντύπωση καί μᾶς λύπησε τό γεγονός ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος σέ καμμία ἀπό τίς ἐγκυκλίους της δέν ἀναφέρθηκε στήν μετάνοια καί δέν κάλεσε κλῆρο καί λαό σέ μετάνοια, νηστεία, ἀγρυπνίες καί λιτανεῖες. Δυστυχῶς ἡ Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας (ἡ ΔΙΣ καί ὄχι ἡ ΙΣΙ), οἰκονομώντας τά ἀνοικονόμητα γιά ὅλα τά τεκταινόμενα στό διάστημα τῆς πανδημίας (ἀπαγόρευση θείας λατρείας, κλείσιμο ἱερῶν ναῶν, ἀλλαγή στήν ὥρα τῆς Ἀναστάσεως, ἐμβόλιο κ.λπ.), ἐπέλεξε τήν ὑπακοή στήν πολιτεία (πολιτειοκρατεία). Γι’ αὐτό καί οἱ πιστοί δέν φέρουν ἐξολοκλήρου τήν εὐθύνη, ἀφοῦ ἔκαναν ὑπακοή στήν Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχουμε, ὅμως, ὅλοι καί τήν προσωπική μας εὐθύνη γιά τήν ἔλλειψη πνευματικῶν κριτηρίων (διάκρισης τῶν πνευμάτων), πνευματικῆς ἐγρήγορσης, προσευχῆς, μετανοίας, ἐλπίδος καί ὁμολογίας. Ἀντί ὅλων αὐτῶν ἀφεθήκαμε στόν ὀρυμαγδό μιᾶς ἀνελέητης καί ἀμοιβόμενης πληροφόρησης-παραπληροφόρησης. Ἡ ὀντολογική, σωστική καί ἀνατρεπτική μετάνοια εἶναι αὐτή πού θά ἑλκύσει τήν χάρη, τήν εὐσπλαγχνία καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὑπαρξιακή, ἀποφασιστική, ἔμπρακτη, εἰλικρινής καί ἔμπονη μετάνοιά μας εἶναι αὐτή πού μπορεῖ νά ἀποτρέψει, νά ἀναστρέψει ἤ καί νά ἀπωθήσει χρονικά καί τά παρόντα καί τά ἐπερχόμενα δεινά. Ὁ Χριστός μας εἶναι Αὐτός καί μόνον Αὐτός πού, ἄν δεῖ τήν μετάνοιά μας, μπορεῖ νά ἀντιστρέψει τόν θλιβερό μας κατήφορο. Αὐτό μᾶς τό βεβαιώνουν τά ἁγιογραφικά κείμενα καί πληθώρα περιπτώσεων ἀπό τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη ἔχουμε πάμπολλες περιπτώσεις, ὅπου οἱ Ἰσραηλίτες ἐκλήθησαν καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, ἀλλά καί διά μέσου τῶν Ἁγίων Προφητῶν καί τῶν Δικαίων Του, σέ μετάνοια. Πάμπολλες, ἐπίσης, εἶναι οἱ φορές πού ὁ Θεός ματαίωσε τήν τιμωρία του γιά τά τόσα ἁμαρτήματα τοῦ λαοῦ Του, παρότι τήν εἶχε ἀποφασίσει, καί αὐτό γιατί αὐτοί ἐπέδειξαν εἰλικρινῆ, ἔνδακρυ καί ἔμπρακτη μετάνοια καί Αὐτός τούς εὐσπλαχνίσθηκε. Κλασικό παράδειγμα καί ὑπόδειγμα γιά ὅλους μας, ἡ ἰσχυρή καί ἀποφασιστική μετάνοια τῶν Νινευϊτῶν, πού ἔκανε τόν ἴδιο τόν Θεό νά «μετανοήσει»(!) καί νά δείξει τό ἔλεός Του καί τήν φιλανθρωπία Του ἀποτρέποντας τά δεινά πού εἶχαν καθορισθεῖ καί προαναγγελθεῖ ἀπό τόν Προφήτη Ἰωνᾶ γιά τούς Νινευΐτες. Ὁ μεγάλος Ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας, ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης, τόνιζε μέ ἐμφατικό τρόπο τήν ἀδήριτη ἀνάγκη τῶν ἡμερῶν μας γιά μετάνοια: «Σήμερα, ἂν διδασκόταν ἡ μετάνοια στὸν κόσμο, μόνον αὐτὴ θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήση... Ἂν ὑπῆρχε μετάνοια, τὰ πράγματα θὰ εἶχαν τακτοποιηθῆ. Μπόρες, μπόρες θὰ περνοῦμε! Ὁ Θεὸς νὰ βάλη τὸ χέρι Του! Νὰ ζητοῦμε μετάνοια γιὰ ὅλον τὸν κόσμο καὶ γιὰ ὅσους ἐν ψυχρῷ κάνουν κακὸ στὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν ἔχουν σκοπὸ νὰ διορθωθοῦν, νὰ τοὺς δίνη ὁ Θεὸς μετάνοια καὶ ἔπειτα νὰ τοὺς παίρνη. Νὰ βοηθοῦμε, ὅσο μποροῦμε, τὸν κόσμο στὴν μετάνοια, γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση, αὐτὸ χρειάζεται σήμερα. Ἐγὼ συνέχεια συνιστῶ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση, γιὰ νὰ χάση τὰ δικαιώματα ὁ διάβολος, νὰ κοποῦν οἱ ἐξωτερικὲς δαιμονικὲς ἐπιδράσεις»[23]. Ἐάν κάποιοι μᾶς κλείνουν τίς πόρτες στά ὑλικά, ἀλλά καί στά πνευματικά ἀγαθά, ἐμεῖς μέ μιά ὁμολογία πίστεως-μαρτύριο συνειδήσεως, μέ ἕνα «ἀποτάσσομαι τόν Σατανᾶ», ἔχουμε μιά μεγάλη ἀνοικτή, στοργική καί πατρική ἀγκαλιά τοῦ γλυκυτάτου Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς παρέχει τά πάντα. Καί ἀπό ἐκεῖ καί πέρα θά ζήσουμε καί σέ αὐτή καί στήν ἄλλη ζωή ἀγαλλόμενοι καί εὐφραινόμενοι ἀπό τήν θέα τῆς ἀκτίστου δόξης Του.[/gr]