Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / Βασίλισσα των αρετών είναι η αγάπη και στέμμα της η διάκριση


Έτσι λένε οι άγιοι άνθρωποι, οι Θεοφώτιστοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι γεμάτοι από την σοφία του Θεού εμβάθυναν στις αρετές και κακίες που μπορεί να παρουσιάσει η ανθρώπινη
ψυχή. Και ο άνθρωπος καλείται να καλλιεργήσει τα σπέρματα των αρετών που φύτεψε μέσα του ο Θεός και να ξεριζώσει τα ζιζάνια της κακίας που έσπειρε ο εχθρός του ανθρώπου μετά την πτώση
του.

Όλοι συμφωνούν στο ότι η αγάπη είναι η κορυφή στην πυραμίδα των αρετών, πλην όμως αν δεν συνοδεύεται από διάκριση, νοθεύεται, και από αρετή καταντά κακία, έστω και ακούσια.

Το πιο κάτω περιστατικό επιβεβαιώνει την αλήθεια αυτή. Συνέβη πριν λίγα χρόνια και το διηγήθηκε μετά δακρύων η μητέρα μιας οικογενείας. Είπε:
«Είμαστε μια οικογένεια όχι πλούσια, αλλά είχαμε τα αναγκαία για να ζήσουμε. Είχαμε κι έχουμε φόβο Θεού και ζούσαμε ήσυχα και νοικοκυρεμένα. Όμως κάποτε άρχισαν οι δοκιμασίες. Ο σύζυγός
μου αρρώστησε από καρκίνο και μη μπορώντας να κρατήσει το μαγαζί του έχασε ακόμα και το εμπόρευμά του και πνίγηκε στα χρέη. Εφορίες, ενοίκια, άλλες υποχρεώσεις έτρεχαν κάθε μήνα και
έσοδα μηδέν. Ο γυιός μου, μικρό παλληκαράκι, προσπάθησε φιλότιμα κάτι να κάνει, αλλά η μικρή επιχείρηση του πατέρα κατέρρευσε οικονομικά. Εν τω μεταξύ , για να αντιμετωπιστούν τα έξοδα
νοσοκομείου και φαρμάκων, αναγκαστήκαμε να πάρουμε ένα δάνειο από κάποιον τοκογλύφο, γιατί δεν υπήρχε άλλη λύση. Τελικά θα μας έβγαζε η Τράπεζα το μικρό σπιτάκι που είχαμε σε
πλειστηριασμό. Σε λίγο θα ‘μαστε άστεγοι στον δρόμο, εγώ, τα κορίτσια μου που ήταν κόμη μαθήτριες και ο φτωχός ο γυιός μου που αναζητούσε εναγώνια μια οποιαδήποτε δουλειά, που όμως
δεν βρισκόταν.

Τότε, ενώ βρισκόμαστε σε τέτοια δύσκολη θέση, με πρωτοβουλία ενός επιτρόπου της Εκκλησίας της ενορίας μας, οι συντοπίτες μας έκαναν έρανο και πληρώθηκαν μερικά χρέη στην Τράπεζα και
προς το παρόν γλυτώσαμε το σπιτάκι μας. Ας είναι καλά οι άνθρωποι.

Εν τω μεταξύ ο γυιός μου συνέχιζε τις προσπάθειες να βρει μια δουλειά, αλλά μάταια. Αυτό του στοίχιζε πολύ και ήταν πολύ στεναχωρημένος . Εγώ ανησυχούσα για την τόση του στενοχώρια και
επειδή φοβόμουν μην πάθει τίποτε κακό, τον παρηγορούσα.

Ένα απόγευμα έβγαλα και του έδωσα δύο ευρώ και του είπα:
- Μη στενοχωριέσαι τόσο, παιδί μου. Έχει ο Θεός. Άντε, βγες λίγο έξω από το σπίτι, πήγαινε να πιείς έναν καφέ στο καφενείο, να πάρεις λίγο αέρα.

Τελικά τον έπεισα και ξεκίνησε λίγο ανόρεχτα. Το καφενείο ως συνήθως ήταν γεμάτο από συντοπίτες αλλά και μερικούς ξένους παραθεριστές. Κάθησε και ο γυιός μου σ’ ένα απόμερο
τραπεζάκι, παρήγγειλε ένα καφεδάκι και συζητούσε ήσυχα μ’ έναν φίλο του που βρέθηκε εκείνη την ώρα εκεί.

Για μια στιγμή φάνηκε ο επίτροπος της Εκκλησίας και με ύφος αστυνομικού περιέφερε το βλέμμα του στους θαμώνες του καφενείου. Όταν είδε τον γυιό μου αναψοκοκκίνισε από έναν
αδικαιολόγητο θυμό και του φώναξε μπροστά σε όλους:
- Βρε παλληκαρά, εμείς κάναμε έρανο για να σας σώσουμε το σπίτι και συ έρχεσαι στον καφενέ και πίνεις τους καφέδες σου;

Κεραυνός αν έπεφτε επάνω στο παιδάκι μου, δεν θα πάθαινε την ζημιά που έπαθε. Χλώμιασε, τρεμούλιασε η ψυχή του και τα χείλη του και δεν μπόρεσε να βγει φωνή από το στήθος του. Ένα
σούσουρο απλώθηκε ανάμεσα στους θαμώνες του καφενείου. Σηκώθηκε το παλληκάρι μου, κοίταξε με βουβό παράπονο τον σκληρό αυτό και αδιάκριτο άνθρωπο, που μετέτρεψε την καλή
πράξη που είχε κάνει σε εγκληματική ενέργεια, και απομακρύνθηκε από το καφενείο σαν ένα ζωντανό ερρείπιο.

Όταν ήρθε στο σπίτι, τρόμαξα από την έκφραση που είχε το πρόσωπό του. Παγωμένο και με βλέμμα απλανές. Όταν τόλμησα να τον ρωτήσω αντιμετώπισα ένα ξέσπασμα τρομερό. Μου είπε τι
συνέβη και τελείωσε ως εξής:
- Μάννα, μου είπε με τρεμάμενη φωνή. Μέχρι εδώ ήτανε. Δεν θέλω να ξαναδώ άνθρωπο μπροστά μου. Το κατάλαβες; Και συ, μην τολμήσεις να με ενοχλήσεις για τίποτε από δω και πέρα. Πέθανα
για όλους σας απόψε και για πάντα!
- Κλειδώθηκε στο δωμάτιό του κι εκεί έμεινε κλεισμένος δύο ολόκληρα χρόνια! Έτρωγε ελάχιστα κι έμενε άπλυτος, ακούρευτος, και είχε γίνει αγριάνθρωπος. Ο Θεός γνωρίζει τις προσευχές που 
έκανα αυτό τον καιρό και τα δάκρυά μου. Στον κόσμο είπα ότι είχε φύγει και δούλευε στην Αθήνα.

Τελικά με λυπήθηκε η Πανάχραντη Δέσποινα του κόσμου και πριν λίγες μέρες, ένα πρωί τον βλέπω να βγαίνει αποφασιστικά από το δωμάτιο, να πλένεται και ζήτησε να κουρευτεί. Εγώ έτρεμα από
την χαρά μου. Έβλεπα ότι το θαύμα είχε γίνει. Είχε λυτρωθεί από την αρρωστημένη αντίδραση του πληγωμένου εγωισμού του!

Αυτό το θαύμα ο Θεός το ολοκλήρωσε. Προς το μεσημέρι χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν από την γραμματεία γνωστού επιχειρηματία ενός Super market των Αθηνών , στο οποίο είχε δουλέψει
κάποτε ο γυιός μου. Τον ζητούσαν για δουλειά!

Όταν τ’ άκουσε ο γυιός μου σήκωσε το χέρι του κι έκανε τον Σταυρό του. Ο Θεός τον ανάστησε ψυχικά και του έδωσε και την δυνατότητα εργασίας. Η μπόρα είχε πλέον περάσει.»

Και τελείωσε η Χριστιανή αυτή μητέρα την αφήγησή της, προσθέτοντας:
«Μακάρι να δώσει ο Θεός να καταλάβει και ο κ. Επίτροπος την αμαρτία που έκανε. Ίσως να νόμιζε πως έκανε το χρέος του και χτύπησε την «ασωτία» του γυιού μου! Δεν ήταν όμως έτσι τα πράγματα
και δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει τι ακριβώς συνέβαινε».

Και όσοι άκουγαν την πονεμένη αυτή μητέρα, σκέφτηκαν πως πράγματι η διάκριση είναι επάνω κι απ’ αυτήν την αγάπη.

Το νυστέρι είναι ευεργετικό στο χέρι ενός καλού και ευσπλαχνικού γιατρού, όχι όμως και στο χέρι ενός ανίδεου μακελλάρη (χασάπη)!