Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / Ελεείτε χριστιανοί, ελεείτε. Με όποιον τρόπον θέλετε. Αλλά με αγάπη


Να μια μεγάλη μορφή ελεημοσύνης διαφορετικής μορφής από όσες ξέραμε μέχρι τώρα. Γιατί εμείς νομίζουμε ότι άμα βγάλουμε ένα πενηντάρικο και το κουνήσουμε έτσι, δυνατά, και το ρίξουμε στο ζητιάνο, αυτή είναι ελεημοσύνη.
Ας επιδιώκουμε καθημερινά να γινόμεθα ελεήμονες, δηλαδή να έχουμε μέσα στην καρδιά μας τον ελεήμονα Θεόν, και τότε σαν αποτέλεσμα της γεύσεως αυτού του θείου ελέους, θα έχουμε την με αγάπη και ταπείνωση ελεημοσύνη προς τον πλησίον. Δεν θα προσφέρουμε μόνον ελεημοσύνη, αλλά θα είμαστε ίδιοι, η μοναδική, η εξαιρετική, η διακεκριμένη ελεημοσύνη.

Αδελφοί μου, να και μια ελεημοσύνη των ημερών μας.
Δεκέμβριος του ’87. Το πληροφορήθηκα αυτήν την εβδομάδα.
Περπατά στο δρόμο ένας χριστιανός. Έξω από μια εκκλησία ένας ζητιάνος σχεδόν γυμνός, παραμονές των εορτών, χειμώνας, σαρακοστή Χριστουγέννων είπαμε, το κρύο τσουχτερό, κρυώνει.

Τον βλέπει ο χριστιανός, τον λυπάται, βγάζει από πάνω του το μάλλινο χοντρό σακάκι και το βάζει στο ζητιάνο.Ευχαριστώ του λέει εκείνος και απλώνει ο ζητιάνος το χέρι και του δίδει ένα κομμάτι αντίδωρο τυλιγμένο σ’ ένα χαρτί.

Το πήρε γεμάτος απορία και όπως ήταν νηστικός το έφαγε.
Ω, τι ήταν αυτό! Τι θεία ευφροσύνη ήταν αυτή! Τι αγαλλίαση! Πλημμύρισε ολόκληρος! Όλο του το σώμα άστραψε σαν το φως! Και ας μην είχε ούτε καν ήλιο. Και από υπερακατάληπτον ευωδίαν. Ένοιωσε νέος άνθρωπος, σα να πετά, αλλιώτικος, όλα του γύρω άλλαξαν, έγιναν πανέμορφα, όλοι του οι άνθρωποι του φαινόταν όμορφοι, ήθελε να τους αγκαλιάσει, να τους βάλει μέσα στην καρδιά του, τα σπίτια, τα μάρμαρα, οι δρόμοι, τα αυτοκίνητα, το καυσαέριο, τα πάντα, όλα άστραφταν, άστραφταν από αγάπη…

Έμεινε ακίνητος για πολλή ώρα, ποιος ξέρει πόσην ώρα, απολαμβάνοντας αυτή τη θεία δωρεά.
Τελικά γύρισε προς το ζητιάνο.
Έλειπε!
Και στη θέση του ζητιάνου ήταν ριγμένο το σακάκι.
Το πήρε, το αγκάλιασε σφιχτά.
Για μια βδομάδα δεν έφαγε ούτε μια μπουκιά ψωμί.
Δεν ήπιε ούτε μια σταγόνα νερό.
Μόνον κάθε πρωί κοινωνούσε, χωρίς να παίρνει αντίδωρο.
Τον είχε υπερχορτάσει η ελεημοσύνη.
Η θεία ελεημοσύνη.

Αδελφοί μου, θα πω τον λόγον του Κυρίου, της Αγίας Γραφής.
Ελεείτε χριστιανοί, ελεείτε.
Πάντοτε έλεος με αγάπη.
Με όποιον τρόπον θέλετε. Αλλά με αγάπη,
Αμήν, γένοιτο.

Ο χριστιανός αυτός που έλαβε τόσο πλούσια την θεία δωρεά, δεν ήτο ούτε θρησκόληπτος, ούτε πλανεμένος. Αντιθέτως μάλιστα δεν είχε καμιά σχέση με την Εκκλησία. Τριάντα τουλάχιστον χρόνια είχε να κοινωνήσει. Για εκκλησιασμό δεν πήγαινε παρά μόνο σε γάμους, βαπτίσεις, μνημόσυνα και λοιπά. Αδιάφορος και καμιά φορά και πολέμιος της Εκκλησίας και του κλήρου. Κανέναν επαίτη δε βοηθούσε ποτέ, διότι τους θεωρούσε απατεώνες και επαγγελματίες. Αλλά η εσωτερική παρόρμησις να βγάλει το σακάκι του και να τυλίξει τον γυμνό, ήτο άνωθεν, δεν μπορεί μέχρι σήμερα να την ερμηνεύσει. Αλλά ανταποκρίθηκε θετικά. Ήτο γι’ αυτόν η κλήσις για τον αναβαπτισμό του. Ήτο η δική του Πεντηκοστή, η δική του Δαμασκός. Όταν πήρε το σακάκι, το κράτησε σφιχτά επάνω του. Τέτοια δύναμη έπαιρνε απ’ αυτό, σα νάταν ο χιτώνας του Κυρίου. Μετά την εξομολόγηση και τον κανόνα που πήρε, ζει με φόβον Θεού και ποιος ξέρει αν δεν προβάλλει ο Θεός διά μέσω αυτού έναν νέον απόστολο του Ευαγγελίου του, έναν νέον ομολογητή και μάρτυρα.

Αυτά τα συμπληρωματικά στοιχεία δόθησαν σα διευκρίνιση σχετικά με το πρόσωπό του, τα οποία πολλούς από τους ακροατάς του κηρύγματος θα τους ενδιαφέρουν.

Είθε ο Θεός να δώσει σε όλους εμάς και στον καθένα χωριστά τέτοιες ευκαιρίες με όποιο μέσον και με όποιο τρόπο θελήσει εκείνος και εφόσον βέβαια το αξίζουμε. Και κάτι άλλο. Και όσο χωρά το δοχείον της ψυχής μας.
Αμήν.
Αμήν για πάντα.

Σχετικά με το γεγονός της ελεημοσύνης και ειδικότερα, όταν ο χριστιανός εκείνος πήρε το αντίδωρο, θέλουμε να πούμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται …
Η ιστορία επαναλαμβάνεται με τον Στάρετς Βαρσανούφιο, ο οποίος σε ένα βιβλίο του γράφει τα εξής:

Ένα χρόνο λέγει, πριν πάω, να γίνω μοναχός, τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων γύριζα στο σπίτι μου από την πρωινή Θεία Λειτουργία. Ήταν ακόμα σκοτάδι, η πόλις είχε αρχίσει να ξυπνάει. Περπατούσα μόνος στους έρημους δρόμους της. Ξαφνικά ήρθε κοντά μου ένας γεροντάκος και μου ζήτησε ελεημοσύνη. Δαγκώθηκα απ’ τη στεναχώρια μου γιατί δεν κρατούσα ποτέ μαζί μου πορτοφόλι, και στην τσέπη δεν είχα παρά είκοσι καπίκια. Του τα έδωσα και τα είκοσι και του είπα:

– Συγγνώμη ρε παππού, δεν έχω άλλα.

Εκείνος με ευχαρίστησε και μου έδωσε ένα κομμάτι αντίδωρο. Το πήρα, τόβαλα στην τσέπη μου και ενώ έκαμα κάτι να πω στο φτωχό είδα πως είχε εξαφανιστεί. Μάταια τον αναζητούσα. Χάθηκε χωρίς να αφήσει ίχνη. Τον επόμενο χρόνο την ίδια ημέρα άφησα τον κόσμο, και έγινα δόκιμος μοναχός.

Αυτά από τον πατέρα και Άγιο και Στάρετς Βαρσανούφιο.
Αν ρίξουμε μια ματιά στη ζωή μας, και γύρω μας, θα την δούμε πως είναι γεμάτη από θαύματα. Γεμάτη από το έλεος του Αγίου Θεού.
Μόνο που εμείς συνήθως δεν κάνουμε τον κόπο να τα δούμε.