Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / Η ΞΕ­ΧΑ­ΣΜΕ­ΝΗ Α­ΡΕ­ΤΗ


Η Υ­ΠΟ­ΜΟ­ΝΗ Ὁ­ρι­σμός Σύμ­φω­να μέ τό Λε­ξι­κό τοῦ Μπαμ­πι­νι­ώ­τη ὑ­πο­μο­νή εἶ­ναι ἡ ψυ­χι­κή δύ­να­μις μέ τήν ὁ­ποί­α ἀ­νέ­χε­ται κα­νείς κά­τι χω­ρίς νά δυ­σα­να­σχε­τῆ ἤ νά βι­ά­ζε­ται ὑ­περ­βο­λι­κά. Σύμ­φω­να μέ τό Λε­ξι­κό τοῦ Δη­μη­τρά­κου εἶ­ναι ἡ κα­τά­στα­σις καί τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα τοῦ ὑ­πο­μέ­νω. Καί σύμ­φω­να μέ τό τοῦ Στα­μα­τά­κου Λε­ξι­κό ὑ­πο­μο­νή εἶ­ναι ἡ ἀ­νε­κτι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­νο­χή, ἡ ἀν­το­χή. Προ­έρ­χε­ται δέ ἀ­πό τό ρῆ­μα ὑ­πο­μέ­νω, πού ση­μαί­νει μέ­νω πί­σω, καρ­τε­ρῶ. Μέ­σα στήν ψυ­χο­λο­γί­α ἡ ὑ­πο­μο­νή συν­δέ­ε­ται μέ τό τρί­το στά­διο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἡ­λι­κί­ας. Στήν παι­δι­κή ἡ­λι­κί­α ὑ­πάρ­χει τό πεῖ­σμα. Στήν ἐ­φη­βι­κή ἡ ἐ­πι­μο­νή καί στό τέ­λος ἡ ὑ­πο­μο­νή. Πεῖ­σμα, ἐ­πι­μο­νή, ὑ­πο­μο­νή. Τρεῖς λέ­ξεις πού γιά πολ­λούς εἶ­ναι σχε­δόν συ­νώ­νυ­μες πα­ρ’ ὅ­τι ἔ­χουν με­γά­λη δι­α­φο­ρά ἡ μί­α ἀ­πό τήν ἄλ­λη. Συμ­βα­δί­ζουν μέ τήν σει­ρά πού ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ἡ­λι­κί­α, χω­ρίς αὐ­τό βέ­βαι­α νά ὑ­πο­νο­εῖ ὅ­τι αὐ­τές θά συμ­βοῦν ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Τό πεῖ­σμα συμ­βα­δί­ζει μέ τήν νη­πια­κή καί τήν παι­δι­κή ἡ­λι­κί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Σκε­φθεῖ­τε το λί­γο καί θά κα­τα­λά­βε­τε αὐ­τό πού ἐν­νο­ῶ. Γιά ἕ­να παι­δί, τό μό­νο ἀ­πό τά τρί­α πού μπο­ροῦ­με νά τοῦ ἀ­πο­δώ­σου­με σάν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς, εἶ­ναι τό πεῖ­σμα. Λέ­με, κοί­τα πό­σο πει­σμα­τά­ρι­κο εἶ­ναι. Καί ὅ­πως σ’ ἕ­να πει­σμα­τά­ρι­κο παι­δί δέν μπο­ροῦ­με νά ἐ­ξη­γή­σου­με καί νά με­τα­δώ­σου­με τήν γνώ­ση μας γιά κά­τι ἀν­τί­θε­το ἀ­πό αὐ­τό πού ζη­τά­ει κτυ­πών­τας μα­νι­α­σμέ­να τά πό­δια του στό πά­τω­μα, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς καί στό πεῖ­σμα δέν ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση νά ἐ­πέμ­βου­με, για­τί τό πεῖ­σμα χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πό τήν ἀ­που­σί­α δι­ά­θε­σης ν’ ἀ­κού­σει ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἐ­κτός ἀ­πό τό ναί στήν ἀ­παί­τη­σή του. Ἡ ἐ­πι­μο­νή εἶ­ναι ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ πεί­σμα­τος, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καί ἡ ἐ­φη­βεί­α εἶ­ναι τό ἑ­πό­με­νο στά­διο στήν πο­ρεί­α τοῦ ἀν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος. Αὐ­τοί πού ἦ­ταν πει­σμα­τά­ρι­κα παι­διά, ἐ­ξε­λί­χθη­καν σέ ἐ­πί­μο­νους. Ἡ ἐ­πι­μο­νή σοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νά συ­νο­μι­λεῖς μα­ζί της. Ἡ ἐ­πι­μο­νή εἶ­ναι ἕ­να καλ­λι­ερ­γη­μέ­νο εὐ­γε­νι­κό πεῖ­σμα πού κρύ­βε­ται μέ­σα στόν φο­ρέ­α του καί πα­ρου­σιά­ζει πρός τά ἔ­ξω μί­α πιό κό­σμια συμ­πε­ρι­φο­ρά. Εἶ­ναι τό ἴ­διο ἄν ὄ­χι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πι­κίν­δυ­νη ἀ­πό τό πεῖ­σμα, για­τί δέν γί­νε­ται εὔ­κο­λα ἀν­τι­λη­πτή ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο. Ἡ ἐ­πι­μο­νή, μπο­ρεῖ κάλ­λι­στα νά γί­νει μέ­σο ἐ­πί­τευ­ξης ἑ­νός σκο­ποῦ, σ’ ἀν­τί­θε­ση μέ τό πείσμα, Εἶ­ναι πολ­λές οἱ συν­θῆ­κες πού ἀ­παι­τοῦν­ται γιά τήν με­τα­τρο­πή της σ’ ἐρ­γα­λεῖ­ο, χω­ρίς αὐ­τό νά ση­μαί­νει ὅ­τι πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χουν ἐξ ἀρ­χῆς ὅ­λες. Μί­α συν­θή­κη, ἡ σπου­δαι­ό­τε­ρη ἴ­σως, εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­δο­χή. Ὅ­ταν ἡ ἐ­πι­μο­νή κα­τα­φέρ­νει ν’ ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἀ­νο­η­σί­α πού τήν δι­α­κρί­νει, τό­τε ἔ­χει προ­ο­πτι­κές χρη­σι­μό­τη­τας. Ὅ­ταν ἡ ἐ­πι­μο­νή ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται σέ κα­θη­με­ρι­νές πρά­ξεις γιά τήν βελ­τί­ω­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ φο­ρέ­α, τό­τε εἶ­ναι ἡ σκά­λα πού θά ὁ­δη­γή­σει στήν ὑ­πο­μο­νή. Ἡ ὑ­πο­μο­νή. Πό­σο πα­ρε­ξη­γη­μέ­νη εἶ­ναι αὐ­τή ἡ λέ­ξη. Αὐ­τός πού τήν ἔ­χει θε­ω­ρεῖ­ται με­γα­λο­πρε­πής ἀλ­λά καί ἀ­νό­η­τος. Αὐ­τός πού ἔ­χει κα­τα­φέ­ρει νά ἀ­πο­δέ­χε­ται, για­τί ἡ ὑ­πο­μο­νή ση­μαί­νει ἀ­πο­δο­χή, θε­ω­ρεῖ­ται μοι­ρο­λά­τρης. Λά­θος, με­γά­λο λά­θος. Ἡ ὑ­πο­μο­νή, ἡ ἀ­πο­δο­χή δη­λα­δή, δέν ση­μαί­νει σκύ­βω τό κε­φά­λι, ἀλ­λά ἀν­τί­θε­τα τό κρα­τά­ω πιό ψη­λά ἀ­πό τά γε­γο­νό­τα, γιά νά μπο­ρῶ νά τά πα­ρα­τη­ρῶ ἀν­τι­κει­με­νι­κά. Ὑ­πο­μο­νή δέν ση­μαί­νει μοι­ρο­λα­τρί­α. Ὑ­πο­μο­νή δέν ση­μαί­νει δέν θέ­λω, δέν προ­σπα­θῶ, δέν ἔ­χω ὄ­νει­ρα, ἀλ­λά ἀν­τί­θε­τα ση­μαί­νει ἀ­γω­νί­ζο­μαι γι’ αὐ­τά. Ἡ ὑ­πο­μο­νή δέν εἶ­ναι βα­σα­νι­στή­ριο ὅ­πως ὑ­πο­νο­εῖ τό σχό­λιο «κοί­τα τόν κα­κο­μοί­ρη πώς τά ὑ­πο­μέ­νει». Ὑ­πο­μο­νή εἶ­ναι μί­α ἐ­ξε­λι­κτι­κή δι­α­δι­κα­σί­α, εἶ­ναι ἕ­να ἐρ­γα­λεῖ­ο ἁ­γνῆς ἀν­τι­λη­πτι­κό­τη­τας, εἶ­ναι ἕ­νας στό­χος πού μέ τήν κα­τά­κτη­σή του γί­νε­ται ἕ­να πο­λύ­τι­μο μέ­σο μά­θη­σης. Ὑ­πο­μο­νή θά πεῖ.­.. Νά πο­νᾶς, ἀλ­λά νά μήν κα­τα­βάλ­λε­σαι. Νά πο­νᾶς, ἀλ­λά νά μήν πα­ρα­φέ­ρε­σαι. Νά πο­νᾶς, ἀλ­λά νά μήν μεμ­ψι­μοι­ρεῖς. Νά πο­νᾶς, ἀλ­λά νά μήν γκρι­νιά­ζεις. Νά πο­νᾶς, ἀλ­λά νά μήν γί­νε­σαι ἀν­τι­κοι­νω­νι­κός. Νά πο­νᾶς, ἀλ­λά νά μήν γί­νε­σαι πρό­βλη­μα στό πε­ρι­βάλ­λον σου. Νά πο­νᾶς, ἀλ­λά νά μέ­νεις ὄρ­θιος. Νά πο­νᾶς, ἀλ­λά νά χα­μο­γε­λᾶς. Νά πο­νᾶς, ἀλ­λά νά δο­ξο­λο­γεῖς. Νά πο­νᾶς, ἀλ­λά νά προ­σφέ­ρεις. Νά πο­νᾶς, ἀλ­λά νά προ­σεύ­χε­σαι. Ἡ δύ­να­μη αὐ­τῆς τῆς ὑ­πο­μο­νῆς ἔ­κα­νε τόν Ἠ­σα­ΐ­α νά συ­νε­χί­σει νά μι­λᾶ γιά τόν Κύ­ριο, πα­ρό­λο πού τόν χτυ­ποῦ­σαν, καί τόν Στέ­φα­νο νά προ­σεύ­χε­ται γιά νά συγ­χω­ρη­θοῦν αὐ­τοί πού τόν λι­θο­βο­λοῦ­σαν. Εὐ­τυ­χής κι ἐ­κεῖ­νος πού ἀν­τι­με­τώ­πι­σε ὅ­λη τή βί­α τοῦ δι­α­βό­λου ἐ­ξα­σκών­τας κά­θε εἶ­δος ὑ­πο­μο­νῆς! Πα­ρά­δειγ­μα ὁ ἄ­τλας τῆς ὑ­πο­μο­νῆς, πού λέ­γε­ται Ἰ­ώβ. Οὔ­τε ἡ ἀ­πώ­λεια τῶν βο­δι­ῶν καί τῶν προ­βά­των του, οὔ­τε ὁ θά­να­τος τῶν παι­δι­ῶν του, οὔ­τε οἱ πλη­γές τοῦ σώ­μα­τός του κα­τά­φε­ραν νά τοῦ ἀ­φαι­ρέ­σουν τήν ὑ­πο­μο­νή καί τήν πί­στη πού εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ στόν Κύ­ριο. Μά­ται­α ὁ δι­ά­βο­λος τόν χτύ­πη­σε μέ ὅ­λη του τή δύ­να­μη. Δι­ό­τι, πα­ρ’ ὅ­λα τά βά­σα­νά του, ὄ­χι μό­νο δι­α­τή­ρη­σε τήν εὐ­σέ­βειά του πρός τό Θε­ό, ἀλ­λά ἔ­γι­νε καί πα­ρά­δειγ­μα πρός μαρ­τυ­ρί­α σέ μᾶς, ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα τέ­λειας ὑ­πο­μο­νῆς στό πνεῦ­μα καί στή σάρ­κα, στό νοῦ καί στό σῶ­μα, ὥ­στε κι ἐ­μεῖς νά μήν ἐν­δί­δου­με στήν ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α ὅ­ταν χά­νου­με τήν πε­ρι­ου­σί­α μας, τούς ἀ­γα­πη­μέ­νους μας ἤ τήν ὑ­γεί­α μας. Πό­ση με­γά­λη νί­κη κα­τά τοῦ δι­α­βό­λου πῆ­ρε ὁ Θε­ός στό πρό­σω­πο αὐ­τοῦ του ἥ­ρω­α! Τό λά­βα­ρο τῆς δό­ξας τοῦ Κυ­ρί­ου ὑ­ψω­νό­ταν, ὅ­ταν σέ κά­θε χτύ­πη­μα τοῦ ἐ­χθροῦ δέν ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τό στό­μα του πα­ρά μό­νο εὐ­χα­ρι­στί­α πρός τό Θε­ό, ἐ­νῷ ἐ­πέ­πλητ­τε τή γυ­ναῖ­κα του πού, κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πό τίς συμ­φο­ρές, τοῦ πρό­τει­νε δι­ε­στραμ­μέ­νες θε­ρα­πεῖ­ες! Ὁ Θε­ός χα­μο­γε­λοῦ­σε καί ὁ πο­νη­ρός ὑ­πέ­φε­ρε, ὅ­ταν ὁ Ἰ­ώβ μέ καρ­τε­ρί­α καί ἀ­τα­ρα­ξί­α ἔ­ξυ­νε μέ τό ὄ­στρα­κο τό πύ­ον ἀ­πό τή σκου­λη­κι­α­σμέ­νη τοῦ σάρ­κα. Καί τε­λι­κά, ὅ­ταν ὅ­λα τά βέ­λη τοῦ πει­ρά­ζον­τος συν­τρί­φτη­καν ἐ­πά­νω στό θώ­ρα­κα καί στήν ἀ­σπί­δα τῆς ὑ­πο­μο­νῆς του, αὐ­τό τό ὄρ­γα­νο τῆς νί­κης τοῦ Θε­οῦ δέν ἀ­νέ­κτη­σε μό­νο τήν ὑ­γεί­α του, ἀλ­λά καί δι­πλά­σια ἀ­γα­θά ἀ­πό αὐ­τά πού εἶ­χε πρίν. Ἄν κα­τα­θέ­σεις τήν ὑ­πο­μο­νή σου στό Θε­ό, θά στήν ἐ­πι­στρέ­ψει μέ τό­κο. Ἐκ­δι­κεῖ­ται τό κα­κό, ἀ­πο­ζη­μι­ώ­νει τήν ἀ­πώ­λεια, θε­ρα­πεύ­ει τόν πό­νο, ἀ­να­σταί­νει τούς νε­κρούς. Τό με­γα­λύ­τε­ρο προ­νό­μιο τῆς ὑ­πο­μο­νῆς εἶ­ναι πού ὁ Θε­ός γί­νε­ται μι­σθα­πο­δό­της της για­τί ἡ ὑ­πο­μο­νή τη­ρεῖ ὅ­λα τά δι­α­τάγ­μα­τά Του κι ἐμ­πε­ρι­έ­χε­ται σ’ ὅ­λες τίς ἐν­το­λές Του. Ἡ ὑ­πο­μο­νή ἐ­νι­σχύ­ει τήν πί­στη, ὁ­δη­γεῖ στήν εἰ­ρή­νη, βο­η­θά­ει τήν ἀ­γά­πη, ἑ­δραι­ώ­νει τήν τα­πει­νό­τη­τα, πε­ρι­μέ­νει τή με­τά­νοι­α, σφρα­γί­ζει τήν ὁ­μο­λο­γί­α, ἐ­ξου­σιά­ζει τή σάρ­κα, δι­α­τη­ρεῖ τό πνεῦ­μα, βά­ζει χα­λι­νό στήν γλῶσ­σα, πε­ρι­ο­ρί­ζει τό χέ­ρι, ὑ­περ­νι­κᾶ τόν πει­ρα­σμό, ἀ­πο­μα­κρύ­νει τό σκάν­δα­λο, στε­φα­νώ­νει τό μαρ­τύ­ριο, πα­ρη­γο­ρεῖ τούς φτω­χούς, δι­δά­σκει με­τρι­ο­φρο­σύ­νη τούς πλού­σιους, δέν πι­έ­ζει τόν ἀ­δύ­να­μο, δέν ἐ­ξαν­τλεῖ τό δυ­να­τό. Ἡ ὑ­πο­μο­νή εἶ­ναι ἡ χα­ρά τοῦ πι­στοῦ.. Ἡ ὑ­πο­μο­νή κο­σμεῖ τή γυ­ναῖ­κα, κά­νει ἀ­ρε­στό τόν ἄν­δρα, ἀ­ξι­α­γά­πη­το τό παι­δί, ἀ­ξι­έ­παι­νο τό νέ­ο, καί σε­βα­στό τόν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο. Εἶ­ναι ὡ­ραί­α σέ κά­θε ἄν­θρω­πο, καί σέ κά­θε ἡ­λι­κί­α. Ὄ­ψη καί συ­νή­θει­ές της Ἄς δοῦ­με τώ­ρα ἄν γνω­ρί­ζου­με τήν ὄ­ψη της καί τίς συ­νή­θει­ές της. Τό πα­ρου­σι­α­στι­κό της εἶ­ναι ἤ­ρε­μο κι εἰ­ρη­νι­κό. Τό μέ­τω­πό της γα­λή­νιο, χω­ρίς ρυ­τί­δα λύ­πης ἤ θυ­μοῦ, εὐ­χά­ρι­στα χα­λα­ρό. Τό στό­μα της σφρα­γι­σμέ­νο μέ τό τι­μη­μέ­νο ση­μά­δι τῆς σι­ω­πῆς. Τό χρῶ­μα τοῦ προ­σώ­που της δεί­χνει πώς δέν βα­σα­νί­ζε­ται ἀ­πό ἔ­γνοι­ες καί ἐ­νο­χές. Κά­θε­ται στό θρό­νο τοῦ ἤ­ρε­μου κι εὐ­γε­νι­κοῦ Πνεύ­μα­τος πού δέν βρί­σκε­ται στόν ἀ­νε­μο­στρό­βι­λο, οὔ­τε στά σύν­νε­φα τῆς κα­ται­γί­δας, ἀλ­λά στό ἁ­πα­λό ἀ­ε­ρά­κι πού ἔ­νοι­ω­σε ὁ Ἠ­λί­ας τήν τρί­τη φο­ρά. Ἐ­κεῖ πού εἶ­ναι ὁ Θε­ός εἶ­ναι καί τό θε­τό παι­δί Του, δη­λα­δή ἡ Ὑ­πο­μο­νή. Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ, ἡ Ὑ­πο­μο­νή πάν­τα τό συ­νο­δεύ­ει. Ἄν δέν τή δε­χτοῦ­με μα­ζί μέ τόν Πα­ρά­κλη­το, ἄ­ρα­γε Ἐ­κεῖ­νος θά μεί­νει μα­ζί μας; Χω­ρίς τή σύν­τρο­φο καί θε­ρά­παι­νά Του, στε­νο­χω­ρεῖ­ται παν­τοῦ καί πάν­τα. Καί πά­λι· Τί εἶ­ναι ἡ ὑ­πο­μο­νή; Τί εἶ­ναι ἡ ὑ­πο­μο­νή; Βε­βαί­ως ἡ ὑ­πο­μο­νή δέν εἶ­ναι ὅ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὁ­ρι­σμέ­νοι κά­ποι­α στω­ι­κή ἀ­πά­θεια πού κά­νει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­ναί­σθη­το στίς πα­ρου­σι­α­ζό­με­νες δυ­σκο­λί­ες. Του­ναν­τί­ον, ὅ­πως τό γνω­ρί­ζου­με ὅ­λοι, πρό­κει­ται γιά τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή ἐ­κεί­νη δύ­να­μη, ἡ ὁ­ποί­α τόν ἱκα­νώ­νει νά ἔ­χει ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση στίς δυ­σκο­λί­ες, στίς ἀ­σθέ­νει­ες, τή φτώ­χεια, τίς στε­ρή­σεις, τούς θα­νά­τους… Εἶ­ναι δύ­να­μη πού Ἱ­κα­νώ­νει τόν ἄν­θρω­πο νά δεί­χνει ἀ­νο­χή στά ἐ­λατ­τώ­μα­τα καί ἀ­δυ­να­μί­ες, στίς ἀν­τι­δρά­σεις τοῦ ἄλ­λου. Ὁ ἄν­θρω­πος πού εἶ­ναι ὑ­πο­μο­νε­τι­κός δέν βι­ά­ζε­ται, δέν δυ­σα­να­σχε­τεῖ, δέν ἀ­γω­νιᾶ καί δέν ἀν­τι­δρᾶ. Του­ναν­τί­ον, δι­α­θέ­τει ἀν­δρεί­α, ἡ­ρω­ι­σμό, με­γα­λο­ψυ­χί­α. Προ­σόν­τα μέ τά ὁ­ποῖ­α γι­νό­μα­στε ἀν­θε­κτι­κοί καί δυ­να­τοί, νι­κη­τές καί θρι­αμ­βευ­τές στόν ἀ­γῶ­να τῆς ζω­ῆς. Ἐ­άν λά­βει κα­νείς ὑ­π’ ὄ­ψη του ὅ­τι ἐμ­πό­δια καί δυ­σκο­λί­ες ὑ­πάρ­χουν πάν­το­τε στήν ἐκ­πλή­ρω­ση τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν κα­θη­κόν­των τῆς ζω­ή μας, ἀλ­λά ἰ­δι­αι­τέ­ρως καί σέ ἔ­κτα­κτα καί κρί­σι­μα πε­ρι­στα­τι­κά, γί­νε­ται φα­νε­ρό πό­σο ἀ­ναγ­καί­α καί ἀ­πα­ραί­τη­τη εἶ­ναι γιά ὅ­λους μας ἡ ἀ­ρε­τή τῆς ὑ­πο­μο­νῆς. Στά κα­θη­με­ρι­νά κα­θή­κον­τα. Τῶν γο­νέ­ων ἐ­πί πα­ρα­δείγ­μα­τι, τοῦ πα­τέ­ρα καί τῆς μη­τέ­ρας. Πό­ση ὑ­πο­μο­νή χρει­ά­ζε­ται νά ἔ­χουν οἱ γο­νεῖς γιά τήν ἀ­να­τρο­φή, τήν ἀ­γω­γή τῶν παι­δι­ῶν τους! Πό­ση ἀ­νο­χή ὀ­φεί­λουν νά δι­α­θέ­τουν ἕ­ως ὅ­του τά παι­διά ὡ­ρι­μά­σουν! Ἀλ­λά καί αὐ­τά τά παι­διά, οἱ μα­θη­τές, οἱ φοι­τη­τές, πό­ση ὑ­πο­μο­νή χρει­ά­ζον­ται στίς σπου­δές τους ἤ στήν ἐκ­μά­θη­ση τέ­χνης! Τό ἴ­διο ἀ­πό ὑ­πο­μο­νή ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ὁ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ἀ­γω­νι­στής τῆς ζω­ῆς, ὁ ἐρ­γά­της, ὁ ὑ­πάλ­λη­λος, ὁ προ­ϊ­στά­με­νος, ὁ ἰα­τρός, ὁ ἐκ­παι­δευ­τι­κός, ὁ δι­κα­στής, ὁ κλη­ρι­κός. Ὑ­πο­μο­νή στά κα­θη­με­ρι­νά μας ἔρ­γα καί κα­θή­κον­τα, ἀλ­λά καί στά ἔ­κτα­κτα καί ἀ­προσ­δό­κη­τα καί κρί­σι­μα, τά ὁ­ποῖ­α δέ λεί­πουν ἀ­πό τή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που. Καί εἶ­ναι αὐ­τά∙ ἀ­σθέ­νει­ες ποι­κί­λες, πολ­λές φο­ρές μα­κρο­χρό­νι­ες καί ὀ­δυ­νη­ρές, κά­πο­τε καί ἀ­νί­α­τες, πέν­θη βα­ρύ­τα­τα, ἀ­πο­τυ­χί­ες δι­ά­φο­ρες, ἀ­νέ­χει­ες… ἤ ἀ­κό­μα καί τῶν παι­δι­ῶν ἡ ἀ­πεί­θεια καί τό πα­ρα­στρά­τη­μα. Ὁ ἄν­θρω­πος, ὁ ὁ­ποῖ­ος στίς πε­ρι­στά­σεις αὐ­τές δέ δι­α­θέ­τει ὑ­πο­μο­νή, ἀ­γω­νιᾶ, ἀ­να­στα­τώ­νε­ται, γογ­γύ­ζει, συν­τρί­βε­ται… Κα­τά­στα­ση θλι­βε­ρή γιά τήν ὁ­ποί­α ὁ σο­φός της Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἐ­λε­ει­νο­λο­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο καί λέ­ει «οὐ­αί ὑ­μῖν τοῖς ἀ­πο­λω­λε­κό­σι τήν ὑ­πο­μο­νήν» (Σοφ. Σειρ. 2,14). Ἀλ­λοί­μο­νο δη­λα­δή σέ σᾶς, σέ ὅ­σους πά­νω στίς δυ­σκο­λί­ες τῆς ζω­ῆς χά­νε­τε τήν ὑ­πο­μο­νή σας. Ἡ ἀ­ρε­τή τῆς ὑ­πο­μο­νῆς εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη καί στόν πνευ­μα­τι­κό ἀ­γῶ­να τοῦ Χρι­στια­νοῦ, στόν πνευ­μα­τι­κό του κα­ταρ­τι­σμό καί ἁ­για­σμό. Πο­θεῖ εἰ­λι­κρι­νῶς τόν ἁ­για­σμό του ὁ πι­στός. Γνω­ρί­ζει ποῦ πρέ­πει νά φτά­σει ὁ «κα­τ’ εἰ­κό­ναν» Θε­οῦ πλα­σθείς ἄν­θρω­πος, νά γί­νει δη­λα­δή ὁ­μοί­ω­μα τοῦ Θε­οῦ. Κα­θώς ὅ­μως βλέ­πει στόν ἑ­αυ­τό του ἐ­λατ­τώ­μα­τα καί κα­κί­ες, πά­θη ἴ­σως ἰ­σχυ­ρά νά τόν βα­σα­νί­ζουν, εἶ­ναι κίν­δυ­νος νά ἀ­πο­γο­η­τευ­τεῖ. Ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς χρει­ά­ζε­ται μα­ζί μέ τή θερ­μή πί­στη καί ἡ ὑ­πο­μο­νή. Ἡ συ­νε­χής ἐν ὑ­πο­μο­νῇ προ­σπά­θεια. Ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τή τήν ἐν ὑ­πο­μο­νῇ προ­σπά­θεια μᾶς προ­τρέ­πει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος καί λέ­ει «δι’ ὑ­πο­μο­νῆς τρέ­χο­μεν τόν προ­κεί­με­νον ἡ­μῖν ἀ­γῶ­να» (Ἑ­βρ. 12,1). Μέ ὑ­πο­μο­νή νά τρέ­χου­με τόν πνευ­μα­τι­κό ἀ­γῶ­να πού προ­βάλ­λει ἐμ­πρός μας. Καί ὅ­τι αὐ­τή ἡ ὑ­πο­μο­νή θά ἔ­χει ἀ­πο­τέ­λε­σμα τήν «δο­κι­μήν» (Ρώμ. 5,4). Θά μᾶς κά­νει δη­λα­δή δο­κι­μό­τε­ρους, ἁ­γνό­τε­ρους, ὅ­πως κά­νει ἁ­γνό τό χρυ­σό ἡ φω­τιά. Καί τε­λι­κῶς τῆς ὑ­πο­μο­νῆς τό κέρ­δος θά εἶ­ναι ἡ ἀ­μοι­βή στόν οὐ­ρα­νό. «Ὑ­πο­μο­νῆς ἔ­χε­τε χρεί­αν, ἵ­να τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ ποι­ή­σαν­τες κο­μί­ση­σθε τήν ἐ­παγ­γε­λί­αν» (Ἑ­βρ. 10,36). Σχο­λιά­ζει ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος τό χω­ρί­ο αὐ­τό καί ση­μει­ώ­νει: «Κα­τ’ αὐ­τό τόν τρό­πο μᾶς πα­ρα­κι­νεῖ ὁ θεῖ­ος Ἀ­πό­στο­λος, ὅ­πως θά προ­έ­τρε­πε ἕ­ναν ἀ­θλη­τή ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­γω­νι­ζό­με­νος, γιά νά στε­φα­νω­θεῖ δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πο­μεί­νει τόν ἱ­δρῶ­τα καί τή δί­ψα». Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό δέ θά ἀ­πο­κά­μου­με καί δέ θά λι­πο­ψυ­χοῦ­με, ἀλ­λά μέ ὑ­πο­μο­νή θά ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με τίς δυ­σκο­λί­ες τοῦ ἀ­γῶ­να καί μέ ἐ­πι­μο­νή θά ἀν­τι­στε­κό­μα­στε στούς πει­ρα­σμούς πού θά πα­ρου­σι­ά­ζον­ται. Νο­μί­ζου­με ὅ­τι μέ ὅ­λα αὐ­τά ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πό­σο σέ ὅ­λες τίς ἐκ­φάν­σεις τῆς ζω­ῆς ἀ­πα­ραί­τη­τη εἶ­ναι ἡ ἀ­ρε­τή τῆς ὑ­πο­μο­νῆς. Ἄλ­λω­στε καί ἡ πεῖ­ρα τοῦ κα­θε­νός, ἀρ­νη­τι­κή ἤ θε­τι­κή τό ἀ­πο­δει­κνύ­ει. Πρέ­πει ὅ­μως νά ὁ­μο­λο­γή­σου­με ὅ­τι εἶ­ναι καί ἀ­ρε­τή δύ­σκο­λη, ἐ­φό­σον ἔ­χου­με νά πα­λέ­ψου­με ὄ­χι μό­νο μέ τόν πο­νη­ρό καί ἀν­τί­δι­κο δι­ά­βο­λο, ἀλ­λά καί μέ αὐ­τό τόν βι­α­στι­κό καί ἀ­νυ­πό­μο­νο καί ἀ­δύ­να­το ἑ­αυ­τό μας. Ἄς τή ζη­τή­σου­με ὅ­μως ἀ­πό τόν Κύ­ριο. Ἐ­κεῖ­νος νά μᾶς τή χα­ρί­σει ὡς δι­κό του θε­ϊ­κό δώ­ρη­μα. Ἐ­κεῖ­νος ἄλ­λω­στε τήν ἔ­δει­ξε στή ζω­ή του. Ὑ­πέ­μει­νε τίς κα­κί­ες καί τούς φθό­νους, τίς πο­νη­ρί­ες καί τίς ἀν­τι­δρά­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως ἐ­πί­σης καί τίς ἀ­δυ­να­μί­ες τῶν Μα­θη­τῶν Του. Ἡ ὑ­πο­μο­νή του ἔ­φτα­σε μέ­χρι θυ­σί­ας τοῦ Ἑ­αυ­τοῦ του ὑ­πέρ ἐ­κεί­νων οἱ ὁ­ποῖ­οι Τόν συ­κο­φάν­τη­σαν καί Τόν σταύ­ρω­σαν. Ἐ­κεῖ­νος τήν ὑ­πέ­δει­ξε καί σέ μᾶς ὡς ἀ­ρε­τή ἀ­πα­ραί­τη­τη γιά τή σω­τη­ρί­α μας, ὅ­ταν ἔ­λε­γε: «ὁ ὑ­πο­μεί­νας εἰς τέ­λος (=μέ­χρι τέ­λους), οὗ­τος σω­θή­σε­ται» (Μάτθ. 10,22). Μί­α ὡ­ραί­α σχε­τι­κή πε­ρι­κο­πή ἔ­χει ὁ Ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος: «Κα­μί­α ἀ­ρε­τή δέ μπο­ρεῖ νά πα­ρα­βλη­θεῖ μέ τήν ὑ­πο­μο­νή. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ βα­σί­λισ­σα τῶν ἀ­ρε­τῶν, τό θε­μέ­λιο τῶν ἀν­δρα­γα­θη­μά­των, δη­λα­δή τῶν γεν­ναί­ων πρά­ξε­ων, τό ἀ­κύ­μαν­το λι­μά­νι, ἡ εἰ­ρή­νη στόν και­ρό τοῦ πο­λέ­μου, ἡ γα­λή­νη μέ­σα στήν τρι­κυ­μί­α, ἡ ἀ­σφά­λεια στά κα­κό­βου­λα σχέ­δια τῶν ἐ­χθρῶν». Καί τά ἔ­γρα­φε αὐ­τά ὁ ἱ­ε­ρός Πα­τήρ ἐ­ξ αἰ­τί­ας προ­σω­πι­κῆς του πεί­ρας, μά­λι­στα δέ κα­τά τήν μα­κρά καί ἐ­πώ­δυ­νο πε­ρί­ο­δο τῆς ἐ­ξο­ρί­ας του. Ἀ­να­φέ­ρει σχε­τι­κά πά­λι ἕ­νας σύγ­χρο­νος Ἱ­ε­ράρ­χης: Πρῶ­τον.Ἡ ὑ­πο­μο­νή εἶ­ναι: ἡ πυ­ρη­νι­κή δύ­να­μη γιά τήν πνευ­μα­τι­κή μας ζω­ή, ἡ θω­ρά­κι­σή μας στά δί­σε­κτα χρό­νια καί στούς ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κούς και­ρούς τῆς ἀ­πο­στα­σί­ας πού ζοῦ­με, ἡ συ­νι­στα­μέ­νη ὅ­λων τῶν ἀ­ρε­τῶν. Τήν συν­θέ­τει ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ καί ἡ τα­πεί­νω­ση. Τήν ὀ­νό­μα­σαν: δύ­να­μη τῆς ψυ­χῆς, κλει­δί, πού ἀ­νοί­γει ὅ­λες τίς πόρ­τες, στό­λι­σμα γεν­ναί­ων ψυ­χῶν καί βρά­χο, πά­νω στόν ὁ­ποῖ­ο συν­τρί­βον­ται ὅ­λοι οἱ πει­ρα­σμοί. Ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ συγ­γρα­φέ­ας τῆς Κλί­μα­κος τήν χα­ρα­κτη­ρί­ζει «ἀσπίδα», πού αὐ­τόν πού τόν βα­στά­ζει τόν κά­νει ἄ­τρω­το. Ὁ Ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος τῆς πλέ­κει τό ἐγ­κώ­μιο, ὅ­πως εἴ­δα­με προ­η­γου­μέ­νως. Δεύ­τε­ρον. Μᾶς χρει­ά­ζε­ται ἡ ὑ­πο­μο­νή καί μά­λι­στα αὐ­τή πού γί­νε­ται μέ χα­ρά, πού ἔ­χει βά­θος καί φτά­νει μέ­χρι τό τέ­λος, διότι «ὁ ὑ­πο­μεί­νας εἰς τέ­λος οὗ­τος σω­θή­σε­ται». Μᾶς χρει­ά­ζε­ται γιά τίς θλί­ψεις καί τίς δο­κι­μα­σί­ες τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς, ὅ­σες μᾶς ἐ­πι­φυ­λάσ­σει ἡ πρό­νοι­α καί ἡ ἀ­γα­θό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ. Ὁ πό­νος, πού μᾶς συν­τρο­φεύ­ει, γί­νε­ται διά τῆς ὑ­πο­μο­νῆς μέ­σον ἁ­γι­α­στι­κό. Ὁ σκό­λο­πας τῆς σάρ­κας ἤ τῆς ψυ­χῆς πού μᾶς βα­σα­νί­ζει, γί­νε­ται διά τῆς ὑ­πο­μο­νῆς πο­λύ­τι­μος μαρ­γα­ρί­της, πού στο­λί­ζει τόν χα­ρα­κτῆ­ρα μας καί ἀρ­γό­τε­ρα τό στε­φά­νι τό ἁ­μα­ράν­τι­νο στή Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Ἕ­νας πε­ρί­φη­μος για­τρός τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ ἔ­γρα­φε «εἶ­ναι ἡ ὑ­πο­μο­νή ἡ ὡ­ραι­ό­τα­τη ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς ψυ­χῆς πού κλεί­νει δύ­να­μη ἱ­κα­νή νά θε­ρα­πεύ­σει τό σῶ­μα». Τρί­τον. Μᾶς χρει­ά­ζε­ται ἡ ὑ­πο­μο­νή γιά νά πλου­τί­σου­με μέ καρ­πούς πνευ­ματι­κούς καί νά στο­λι­στοῦ­με μέ ἀ­ρε­τές, γιά νά γί­νου­με ἔγ­καρ­ποι, κα­τά τό Μέ­γα Βα­σί­λει­ο, γιά νά καλ­λι­ερ­γη­θεῖ τό γε­ώρ­γιον τῆς ψυ­χῆς, γιά νά αὐ­ξη­θεῖ ὁ μι­σθός τῶν ἀ­γα­θῶν ἔρ­γων, ὥ­στε νά ἔ­χου­με θαυ­μα­στά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα πολ­λῆς καί κα­λῆς πνευ­μα­τι­κῆς καρ­πο­φο­ρί­ας στήν κοι­νω­νί­α, στήν οἰ­κο­γέ­νεια, στήν ἐρ­γα­σί­α, στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Πρό­τυ­πο στή δι­κή μας πο­ρεί­α ὁ Χρι­στός καί ὁ σω­τή­ριος λό­γος Του: «Καρ­πο­φο­ροῦ­σιν ἐν ὑ­πο­μο­νῇ». Βα­κτη­ρί­α μας καί ὑ­πο­στη­ριγ­μός μας ὁ Σταυ­ρός τοῦ Χρι­στοῦ, τά πα­θή­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ καί ἡ ὑ­πο­μο­νή τοῦ Χρι­στοῦ. Πα­ρα­μυ­θί­α μας οἱ Ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι καί οἱ Μάρ­τυ­ρες, οἱ Ὅ­σιοι καί οἱ Δί­και­οι, αὐ­τοί πού ἔ­ζη­σαν καί ζοῦν καί σή­με­ρα μέ­σα στήν ἀ­φά­νεια, ἀλ­λά συγ­χρό­νως καί στήν ἐ­πι­φά­νεια τῶν τέ­κνων τοῦ Θε­οῦ, πού δο­κι­μά­στη­καν καί δο­κι­μά­ζον­ται, πού ὑ­πέ­μει­ναν καί ὑ­πο­μέ­νουν «ὡς χρυ­σός ἐν χω­νευ­τη­ρί­ῳ». Φάρ­μα­κο στήν ἀ­σθέ­νεια τῆς ἐ­πο­χῆς μας, στό πνεῦ­μα τῆς βι­α­σύ­νης, στήν ὑ­παρ­ξια­κή ἀ­γω­νί­α καί στήν ἀ­πει­λή τοῦ ἄγ­χους, ἀ­πο­τε­λοῦν τά λό­για τῆς Ὁ­σί­ας Σο­φί­ας ἀ­πό τό Μο­να­στῆ­ρι τῆς Κλει­σού­ρας: «Πολ­λά ὑ­πο­μο­νήν, πολ­λά ὑ­πο­μο­νήν». Ἐ­άν ὅ­λα αὐ­τά εἶ­ναι ἡ ὑ­πο­μο­νή, τό­τε τό ἀν­τί­θε­το τῆς ὑ­πο­μο­νῆς ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α τί εἶ­ναι; Εἶ­ναι: — Ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α εἶ­ναι τό ἆγ­χος τοῦ ἐ­γω­ϊ­σμοῦ ἤ ἡ κραυ­γή τοῦ πει­να­σμέ­νου στο­μα­χιοῦ του. — Ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α εἶ­ναι καρ­πός ὑ­παρ­ξια­κῆς ἀ­να­σφά­λειας καί μαρ­τυ­ρί­α δαι­μο­νι­κῆς ἀ­να­μί­ξε­ως στίς ὑ­πο­θέ­σεις μας. — Ἡ ἀ­στο­χί­α καί ἀ­πο­τυ­χί­α στά με­γά­λα θέ­μα­τα τῆς ζω­ῆς μας. — Ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α εἶ­ναι ἐ­χθρός τῆς εἰ­ρή­νης καί σύμ­βου­λος τῆς ἐγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τος. — Δει­λί­α πού πολ­λά­κις πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μέ ἔν­δυ­μα γεν­ναι­ό­τη­τος. — Εἶ­ναι ὑ­παρ­ξια­κή ἄρ­νη­σις τοῦ Σταυ­ροῦ, πρό­δρο­μος τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας. — Πρό­δρο­μος τοῦ θυ­μοῦ καί συ­νο­δός μας στήν κό­λα­σι. — Ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α γεν­νᾶ στεῖ­ρα δά­κρυ­α, ἀ­δι­α­κρι­σί­α καί πνευ­μα­τι­κή τυ­φλό­τη­τα. — Μι­κρή ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α κη­λι­δώ­νει τίς με­γά­λες ἀ­ρε­τές καί με­γά­λη τίς σκο­τώ­νει. — Ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α μοι­ά­ζει μέ ὑ­στε­ρι­κή καί ἄ­τε­κνη γυ­ναῖ­κα, ἐ­νῶ ἡ ὑ­πο­μο­νή μοι­ά­ζει μέ χα­ρι­τω­μέ­νη καί πο­λύ­τε­κνη μη­τέ­ρα. — Ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α μοι­ά­ζει μέ το­ύς πο­λύ­γλωσ­σους ἀ­πα­τε­ῶ­νες τῆς σύγ­χρο­νης κοι­νω­νί­ας· πό­τε ὁ­μι­λεῖ μέ ψε­ύ­δη καί προ­φά­σεις, πό­τε μέ κο­λα­κεῖ­ες ἤ ἀ­πει­λές, πό­τε μέ ὕ­βρεις καί συ­κο­φαν­τί­ες, πό­τε μέ νο­ση­ρο­ύς συ­ναι­σθη­μα­τι­σμο­ύς καί ὑ­στε­ρι­κό­τη­τες, πό­τε μέ δι­α­πλη­κτι­σμο­ύς καί ἐγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τες. — Ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α εἶ­ναι ἡ πόρ­τα ἀ­πό τήν ὁ­πο­ί­α ὑ­πο­χρε­ώ­νου­με τόν Κύ­ριο νά φύ­γει ἀ­πό τή ζωή μας. Χα­ρι­τώ­νει τόν ἄν­θρω­πο καί σώ­ζει τήν οἰ­κο­γέ­νεια Ἡ ὑ­πο­μο­νή μᾶς λέ­ει ὁ γνω­στός σέ ὅ­λους μας Γέ­ρο Πα­ΐ­σιος χα­ρι­τώ­νει τόν ἄν­θρω­πο. Καί ἀ­να­φέ­ρει ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα. Τόν ρώ­τη­σε μί­α ἀ­δελ­φή στό Μο­να­στῆ­ρι τῆς Σου­ρω­τῆς: - Γέ­ρον­τα, πῶς μπο­ρεῖς νά ἀν­τι­με­τω­πί­σεις τόν ἄλ­λον, ὅ­ταν εἶ­ναι νευ­ρι­α­σμέ­νος; - Μέ τήν ὑ­πο­μο­νή! - Καί ἄν δέν ἔ­χεις; - Νά πᾶς νά ἀ­γο­ρά­σεις! Που­λᾶ­νε στά σοῦ­περ - μάρ­κετ!… Κοί­τα­ξε, ὅ­ταν ὁ ἄλ­λος εἶ­ναι μπου­ρι­νι­α­σμέ­νος, ὅ,τι καί νά τοῦ πεῖς, δέν γί­νε­ται τί­πο­τε. Κα­λύ­τε­ρα ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή νά σι­ω­πή­σεις καί νά λές τήν εὐ­χή. Μέ τήν εὐ­χή θά καλ­μά­ρει ὁ ἄλ­λος, θά ἠ­ρε­μή­σει καί θά μπο­ρέ­σεις με­τά νά συ­νεν­νο­η­θεῖς μα­ζί του. Βλέ­πεις, καί οἱ ψα­ρά­δες δέν πᾶ­νε νά ψα­ρέ­ψουν, ἄν δέν ἔ­χει μπου­νά­τσα· κά­νουν ὑ­πο­μο­νή, ὥ­σπου νά κα­λω­συ­νέ­ψει ὁ και­ρός. - Ποῦ ὀ­φεί­λε­ται, Γέ­ρον­τα, ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων; - Στήν πολ­λή… ἐ­σω­τε­ρι­κή τους εἰ­ρή­νη! Ὁ Θε­ός τήν σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων τήν κρέ­μα­σε στήν ὑ­πο­μο­νή. Γι’ αὐ­τό δί­νει δυ­σκο­λί­ες, δι­ά­φο­ρες δο­κι­μα­σί­ες, γιά νά ἀ­σκη­θοῦν στήν ὑ­πο­μο­νή οἱ ἄν­θρω­ποι. Ἡ ὑ­πο­μο­νή ξε­κι­νᾶ ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη. Γιά νά ὑ­πο­μεί­νεις τόν ἄλ­λον, πρέ­πει νά τόν πο­νέ­σεις. Καί βλέ­πω πώς μέ τήν ὑ­πο­μο­νή σῴ­ζε­ται ἡ οἰ­κο­γέ­νεια. Εἶ­δα θη­ρί­α νά γί­νον­ται ἀρ­νιά. Μέ τήν ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν Θε­ό τά πράγ­μα­τα ἐ­ξε­λίσ­σον­ται ὁ­μα­λά καί πνευ­μα­τι­κά. Μί­α φο­ρά, ὅ­ταν ἤ­μουν στήν Μο­νή Στο­μί­ου, εἶ­χα δεῖ στήν Κό­νι­τσα μί­α γυ­ναῖ­κα πού ἔ­λαμ­πε τό πρό­σω­πό της. Ἦ­ταν μη­τέ­ρα πέν­τε παι­δι­ῶν. Με­τά θυ­μή­θη­κα ποι­ά ἦ­ταν. Ὁ ἄν­δρας της ἦ­ταν μα­ραγ­κός καί ἔ­παιρ­νε πολ­λές φο­ρές δου­λει­ές μα­ζί μέ τόν μά­στο­ρά μου. Μί­α κου­βέν­τα τοῦ ἔ­λε­γαν οἱ νοι­κο­κυ­ραῖ­οι, , γι­νό­ταν θη­ρί­ο. «Ἐ­μέ­να θά μοῦ κά­νεις τόν δά­σκα­λο;­», τούς ἔ­λε­γε. Ἔ­σπα­ζε τά ἐρ­γα­λεῖ­α του, τά πε­τοῦ­σε καί ἔ­φευ­γε. Ἀ­φοῦ πα­ρα­τοῦ­σε τήν δου­λειά του καί τά ἔ­σπα­ζε ὅ­λα σέ ξέ­να σπί­τια, κα­τα­λα­βαί­νεις στό σπί­τι του τί ἔ­κα­νε! Αὐ­τή λοι­πόν ἦ­ταν τοῦ μα­στρο-Γιά­ννη γυ­ναῖ­κα. Μέ αὐ­τόν τόν ἄν­θρω­πο δέν μπο­ροῦ­σες μί­α μέ­ρα νά κα­θί­σεις, καί αὐ­τή χρό­νια ζοῦ­σε μα­ζί του. Κά­θε μέ­ρα περ­νοῦ­σε μαρ­τύ­ριο, καί ὅ­μως ὅ­λα τά ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε μέ πολ­λή κα­λο­σύ­νη καί ἔ­κα­νε ὑ­πο­μο­νή. Ἐ­πει­δή ἤ­ξε­ρα τήν κα­τά­στα­ση στό σπί­τι, ὅ­ταν τήν συ­ναν­τοῦ­σα, τήν ρω­τοῦ­σα: «Τί κά­νει ὁ κύρ-Γιά­ννης; Δου­λεύ­ει;­». «Ἔ, πό­τε δου­λεύ­ει, πό­τε κά­θε­ται λι­γά­κι!­». «Πῶς τά περ­νᾶ­τε;­». «Πο­λύ κα­λά, Πά­τερ!­», μοῦ ἔ­λε­γε. Καί τό ἔ­λε­γε μέ τήν καρ­διά της. Δέν ὑ­πο­λό­γι­ζε πού ἔ­σπα­ζε τά ἐρ­γα­λεῖ­α του -καί ἀ­ξί­ας ἐρ­γα­λεῖ­α- οὔ­τε πού ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν ἡ κα­η­μέ­νη νά ξε­νο­δου­λεύ­ει, γιά νά τά βγά­λουν πέ­ρα. Βλέ­πε­τε μέ πό­ση ὑ­πο­μο­νή, καί μέ πό­ση ἀρ­χον­τιά τά ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ὅ­λα! Οὔ­τε τόν κα­τη­γο­ροῦ­σε κα­θό­λου! Γι’ αὐ­τό ὁ Θε­ός τήν χα­ρί­τω­σε καί ἔ­λαμ­πε τό πρό­σω­πό της. Μέ τήν ὑ­πο­μο­νή σῴ­ζε­ται ἡ οἰ­κο­γέ­νεια. - Τί κά­νει ἡ ἀ­δελ­φή σου; Πῶς τά πά­ει μέ τόν σύ­ζυ­γό της; - Γέ­ρον­τα, μα­θαί­νω ὅ­τι ἔ­χει δυ­σκο­λί­ες, ἀλ­λά κά­νει ὑ­πο­μο­νή καί, ὅ­ταν χρει­ά­ζε­ται, τρα­βά­ει μπρο­στά. - Ἔ­τσι εἶ­ναι. Ὅ­ταν δύ­ο βό­δια εἶ­ναι στόν ζυ­γό καί τό ἕ­να εἶ­ναι λί­γο ἀ­δύ­να­το ἤ τεμ­πέ­λι­κο, τό­τε τό ἄλ­λο βά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρη δύ­να­μη καί τρα­βά­ει, σβαρ­νί­ζει κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο καί τό ἄλ­λο. Εἶ­δες; Κο­σμι­κοί ἄν­θρω­ποι καί κά­νουν δου­λειά στόν ἑ­αυ­τό τους. Σκέ­ψου μί­α μη­τέ­ρα νά ἔ­χει τέσ­σε­ρα παι­διά καί τό ἕ­να νά εἶ­ναι κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο, τό ἄλ­λο νά ἔ­χει ψυ­χο­πά­θεια, τό ἄλ­λο με­σο­γεια­κή ἀ­ναι­μί­α, τό ἄλ­λο νά γυρ­νά­ει τά με­σά­νυ­χτα. Καί μέ τόν σύ­ζυ­γο, ἀ­νά­λο­γα μέ τό τί ἄν­θρω­πος εἶ­ναι, νά ἔ­χει ἡ κα­η­μέ­νη ἄλ­λα βά­σα­να. Καί νά ὑ­πο­μέ­νει τό­σα καί τό­σα καί νά μή μι­λά­ει, νά πά­ει νά σκά­σει, νά μήν ἔ­χει πού νά πεῖ τόν πό­νο της, για­τί καί με­ρι­κά πράγ­μα­τα ἀ­πό τήν οἰ­κο­γέ­νεια δέν μπο­ρεῖ νά τά πεῖ κα­νείς πιό πέ­ρα. Μπο­ρεῖ λ.χ. ὁ ἄν­δρας νά ση­κώ­νε­ται νά φεύ­γει καί νά μήν τῆς δί­νει οὔ­τε δι­α­τρο­φή. Νά μήν ἔ­χει χρή­μα­τα ἡ κα­η­μέ­νη οὔ­τε τό νοῖ­κι νά πλη­ρώ­σει, νά θέ­λουν νά τήν βγά­λουν ἀ­πό τό σπί­τι. Νά ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νά ἐρ­γά­ζε­ται ὁ­που­δή­πο­τε, νά συ­ναν­τᾶ κιν­δύ­νους, καί νά σού λέ­ει: «Κά­νε προ­σευ­χή νά ἀ­παλ­λα­γῶ του­λά­χι­στον ἀ­πό αὐ­τούς τούς κιν­δύ­νους»! Ἤ νά εἶ­ναι μέ­θυ­σος ὁ ἄν­δρας της καί νά μή δου­λεύ­ει, νά ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νά δου­λεύ­ει ἐ­κεί­νη, νά κα­θα­ρί­ζει σκά­λες στίς πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, κι ἐ­κεῖ­νος νά ἔρ­χε­ται τά με­σά­νυ­χτα με­θυ­σμέ­νος, νά τήν δέρ­νει καί νά τῆς ζη­τά­ει τά χρή­μα­τα πού πῆ­ρε ἤ νά πη­γαί­νη νά τά παίρ­νη μό­νος του ἀ­πό τά ἀ­φεν­τι­κά της. Πό­σο με­γά­λο μαρ­τύ­ριο εἶ­ναι καί πό­ση ὑ­πο­μο­νή χρει­ά­ζε­ται. Καί κά­τι πε­ρί Ὑ­πο­μο­νῆς ἀ­πό τήν ζω­ή τῶν Μο­να­χῶν: Κά­ποι­ος μο­να­χός, ἀ­πό δαι­μο­νι­κή ἐ­πή­ρεια, ἔ­πε­φτε συ­χνά σέ σαρ­κι­κό ἁ­μάρ­τη­μα. Ὁ­λο­έ­να ὅ­μως βί­α­ζε τόν ἑ­αυ­τό του νά μήν πε­τά­ξει τό σχῆ­μα του. Καί κά­νον­τας τήν κα­θη­με­ρι­νή του προ­σευ­χή, ἱ­κέ­τευ­ε τό Θε­ό στε­νά­ζον­τας καί λέ­γον­τας: - Κύ­ρι­ε, θέ­λω δέ θέ­λω, σῶ­σέ με! Για­τί ἐ­γώ, σάν λά­σπη πού εἶ­μαι, πο­θῶ τή βρω­μιά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Ἐ­σύ ὅ­μως, σάν Θε­ός παν­το­δύ­να­μος, μπο­ρεῖς νά μ’ ἐμ­πο­δί­σεις. Ἄν ἐ­λε­ή­σεις τόν δί­και­ο, τί­πο­τα τό σπου­δαῖ­ο. Κι ἄν σώ­σεις τόν κα­θα­ρό, τί­πο­τα τό θαυ­μα­στό. Για­τί στά χέ­ρια Σου ἔ­χω ἀ­φε­θεῖ ἐ­γώ, ὁ φτω­χός ἀ­πό κά­θε ἀ­ρε­τή. Αὐ­τά καί ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α ἔ­λε­γε κλαί­γον­τας κα­θη­με­ρι­νά ὁ ἀ­δελ­φός, εἴ­τε συ­νέ­βαι­νε ν’ ἁ­μαρ­τή­σει εἴ­τε ὄ­χι. Κά­ποι­α νύ­χτα λοι­πόν, ἀ­φοῦ ἔ­πε­σε στή συ­νη­θι­σμέ­νη ἁ­μαρ­τί­α, ση­κώ­θη­κε τήν ἴ­δια στιγ­μή καί ἄρ­χι­σε τόν κα­νό­να του. Τό­τε ὁ δαί­μο­νας, σα­στι­σμέ­νος ἀ­πό τήν τό­ση ἐλ­πί­δα του ἀλ­λά καί τήν ἀ­δι­αν­τρο­πιά τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι στό Θε­ό, τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε ὁ­λο­ζών­τα­νος! - Ἄ­θλι­ε! Τοῦ λέ­ει. Πῶς στέ­κε­σαι μπρο­στά στό Θε­ό χω­ρίς νά κοκ­κι­νί­ζεις; Π πῶς τολ­μᾶς νά προ­σεύ­χε­σαι χω­ρίς ντρο­πή; - Τοῦ­το τό κελ­λί εἶ­ναι σι­δε­ρά­δι­κο, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἀ­δελ­φός. Μί­α σφυ­ριά δί­νεις, μί­α παίρ­νεις. Δέν θά στα­μα­τή­σω, λοι­πόν, νά πα­λεύ­ω μα­ζί σου μέ­χρι νά πε­θά­νω, κι ὅ­που μέ βρεῖ ἡ τε­λευ­ταί­α μου μέ­ρα. Νά, μέ ὅρ­κο σέ πλη­ρο­φο­ρῶ καί μέ πε­ποί­θη­ση στήν ἄ­πει­ρη ἀ­γα­θό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ σου λέ­ω: Στό ὄ­νο­μα Ἐ­κεί­νου, πού ἦρ­θε νά κα­λέ­σει σέ με­τά­νοι­α καί νά σώ­σει τούς ἁ­μαρ­τω­λούς, δέν θά πά­ψω νά προ­σεύ­χο­μαι στόν Κύ­ριο ἐ­ναν­τί­ον σου, ὥ­σπου νά πά­ψεις κι ἐ­σύ νά μέ πο­λε­μᾶς. Καί θά δοῦ­με ποι­ός θά νι­κή­σει, ἐ­σύ ἤ ὁ Θε­ός! Σάν ἄ­κου­σε ὁ δαί­μο­νας αὐ­τά τά λό­για, τοῦ λέ­ει: - Μά τήν ἀ­λή­θεια, πο­τέ πιά δέν θά σέ πο­λε­μή­σω, γιά νά μή γί­νω ἀ­φορ­μή νά στε­φα­νω­θεῖς μέ τήν ὑ­πο­μο­νή πού κά­νεις. Καί ἀ­πό τή στιγ­μή ἐ­κεί­νη ὁ ἐ­χθρός ἔ­φυ­γε μα­κριά του. Ὁ ἀ­δελ­φός τό­τε ἦρ­θε σέ κα­τά­νυ­ξη, καί σ’ ὅ­λη τήν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή του ἔ­κλαι­γε γιά τίς ἁ­μαρ­τί­ες του. Πά­ρα πο­λύ ἀ­πα­ραί­τη­τη εἶ­ναι ἡ ὑ­πο­μο­νή στήν ἀρ­ρώ­στεια. Ἐ­κεῖ μπο­ρεῖ νά ὠ­φε­λη­θῆ κα­νείς πνευ­μα­τι­κά σέ πο­λύ με­γά­λο βαθ­μό. Πολ­λά πε­ρι­στα­τι­κά τέ­τοι­α ἀ­κοῦ­με καί στούς βί­ους τῶν Ἁ­γί­ων καί σέ σύγ­χρο­νους Γε­ρον­τά­δες, ἀλ­λά καί σέ ἁ­πλούς χρι­στια­νούς πού ἀ­γω­νί­ζον­ται μέ­σα στόν κό­σμο. Θά μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νά ἀ­να­φέ­ρω ἕ­να πε­ρι­στα­τι­κό μί­α πα­ρά­λυ­της γιά 35 χρό­νια. Ὁ ἐ­πι­κή­δει­ος λό­γος μί­ας ψυ­χῆς, καί ἡ ὁ­μο­λο­γί­α της στά 30 χρό­νια της ἀρ­ρώ­στιας της… Μί­α κο­πέ­λα, πού τήν ἔ­λε­γαν Δή­μη­τρα, ἦ­ταν γιά 35 ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια στό κρε­βά­τι τοῦ πό­νου, ἀ­πό βα­ριά μυ­α­σθέ­νεια καί μορ­φές καρ­κί­νου, ἀ­πό τά 12 της χρό­νια μέ­χρι καί τά 47 πού ἐ­κοι­μή­θη, στό Ἄ­συ­λο Ἀ­νιά­των. Πό­τε, στό κρε­βά­τι ἀ­νά­σκε­λα ὁ­ρι­ζον­τι­ω­μέ­νη καί ἀ­κί­νη­τη, καί πό­τε στό ἀ­να­πη­ρι­κό κα­ρο­τσά­κι, γε­μά­τη ἀ­πό σί­δη­ρα. Οἱ πό­νοι φρι­κτοί σέ ὅ­λο τό σῶ­μα πού ἐ­ξε­λί­σον­το σχε­δόν κά­θε μέ­ρα σέ ἕ­να ἀ­τέ­λει­ω­το μαρ­τύ­ριο. Κά­που βρέ­θη­καν κά­ποι­ες ση­μει­ώ­σεις της, στή συμ­πλή­ρω­ση τῶν 30 χρό­νων, ἀ­πό τήν βα­ριά της ἀρ­ρώ­στια, ἀ­πό τό 1965 μέ­χρι τό 1995. Βέ­βαι­α ἐ­κοι­μή­θη 4 χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τό ’­99. Θά ἀρ­χί­σω ὅ­μως ἀ­πό κεῖ­νο πού ἄ­φη­σε ὡς πα­ρα­κα­τα­θή­κη, γιά νά δι­α­βα­στεῖ τήν ἡ­μέ­ρα τῆς κη­δεί­ας της. Καί ὕ­στε­ρα θά δοῦ­με τίς προ­σω­πι­κές της ση­μει­ώ­σεις, ἐ­πί τῇ συμ­πλη­ρώ­σει τῶν 30 ἐ­τῶν τῆς ἀ­σθε­νεί­ας της. Γρά­φει λοι­πόν στόν ἐ­πι­κή­δει­ο: … Θρή­νου, ὁ και­ρός πέ­παυ­ται. Μή κλαί­ε­τε. Θα­νά­του ἐ­ορ­τά­ζο­μεν νέ­κρω­σιν, Ἅ­δου τήν κα­θαί­ρε­σιν, ἄλ­λης βι­ο­τῆς τήν ἀπαρχήν, καί σκιρ­τῶν­τες ὑ­μνοῦ­μεν τόν αἴ­τιον. Τόν αἴ­τιον τῆς βα­θειᾶς χα­ρᾶς καί εὐ­τυ­χί­ας μου, τῆς χαρ­μο­σύ­νου ἐ­πί γῆς πο­ρεί­ας μου, καί τῆς ἐν οὐ­ρα­νοῖς ἀ­κα­τα­παύ­στου δο­ξο­λο­γί­ας μου. Ὑ­μνῶ τόν αἴ­τιο τῆς ἐ­πί γῆς ζω­ῆς μου καί τῆς ἐν οὐ­ρα­νοῖς ζω­ῆς μου. Σή­με­ρον τόν δρό­μον τε­τέ­λε­κα. Σή­με­ρα ὁ κο­πε­τός μου με­τε­στρά­φη εἰς χα­ράν καί τό δά­κρυ μου σέ ἀ­γαλ­λί­α­ση. Σή­με­ρα ἔ­πε­σαν οἱ χει­ρο­πέ­δες τῆς αἰχ­μα­λω­σί­ας μου καί γί­νο­μαι ἐ­λεύ­θε­ρη. Ἡ ξε­νι­τιά μου τε­λεί­ω­σε, οἱ ἁ­λυ­σί­δες τῆς δου­λεί­ας μου ἔ­σπα­σαν καί παίρ­νω τό δρό­μο γιά τήν οὐ­ρά­νια πα­τρί­δα μου. Ὁ πα­τέ­ρας ( Θε­ός) βγῆ­κε στό σταυ­ρο­δρό­μι καί πε­ρι­μέ­νει τόν ἐρ­χο­μό τοῦ παι­διοῦ του. Πε­ρι­μέ­νει νά φθά­σει καί καυ­τε­ρό νά ἀ­δειά­σει τό πα­τρι­κό του φι­λί ἐ­πά­νω του. Παι­δί φτα­σμέ­νο ἀ­πό τά ξέ­να, θά ξε­χυ­θεῖ στήν ἀγ­κα­λιά του νά πεῖ τά μυ­στι­κά του. Σή­με­ρα ἡ ἄ­πο­λις γί­νε­ται πο­λί­της, δη­λα­δή οὐ­ρα­νο­πο­λί­της. Ἡ μά­να γῆ δί­νει τόν φι­λο­ξε­νού­με­νό της στήν ἀγ­κα­λιά τοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Σή­με­ρα μέ εὐ­γνω­μο­σύ­νη χαι­ρε­τῶ τήν ξε­νο­δό­χον γῆ μου, πού τό­σα χρό­νια στορ­γι­κά κρα­τοῦ­σε στούς κόλ­πους της τό ξε­νι­τε­μέ­νο παι­δί τοῦ πα­τέ­ρα. Ὤ τρα­νή μου στιγ­μή καί ἡ­μέ­ρα, πού νο­σταλ­γι­κά τό­σα χρό­νια σέ καρ­τε­ροῦ­σα, ἦλ­θες! Σή­με­ρα ἦλ­θε αἰ­ώ­νια παν­το­τι­νή μου ἄ­νοι­ξη. Δι­α­λύ­θη­καν τά μαῦ­ρα σύν­νε­φα τῆς βα­ρυ­χει­μω­νιᾶς. Ἀ­νέ­τει­λεν ὁ ἥ­λιος τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Σή­με­ρα τό σκό­τος μου ἔ­γι­νε φῶς! Ἡ σι­ω­πή μου σάλ­πιγ­γα δο­ξο­λο­γί­ας καί ἡ ἀ­νημ­πο­ριά μου δύ­να­μις. Χα­ρᾶς τά πάν­τα πε­πλή­ρω­τε. Ἔ­φθα­σα στό σπί­τι μου. Χα­ρεῖ­τε ἀ­δέλ­φια τήν τρα­νή γι­ορ­τή. Ἀ­νά­στα­ση εἶ­ναι. Καί ἡ ψυ­χή δέν νοι­ώ­θει τώ­ρα μο­να­χή κα­θώς χθές καί πρῶ­τα. Ἀ­νέ­στη Χρι­στός καί ζω­ή πο­λι­τεύ­ε­ται! Χα­ρεῖ­τε ἀ­δέλ­φια μου καί ἐ­λᾶ­τε μα­ζί τή δό­ξα νά γευ­θοῦ­με καί μέ­σα στήν ἀγ­κα­λιά τοῦ Οὐ­ρά­νιου Πα­τέ­ρα νά ξα­πλω­θοῦ­με καί νά ξε­κου­ρα­στοῦ­με. Ἀ­μήν”. Ἐ­δῶ τε­λεί­ω­σε ἡ νε­κρώ­σι­μη ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή της. Ἕ­να τέ­τοι­ο θά­να­το θά τόν θέ­λα­με ὅ­λοι. Μέ τέ­τοι­α δο­ξο­λο­γί­α, μέ τέ­τοι­α χα­ρά, μέ τέ­τοι­α εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἀλλά μέ πόση μεγάλη Ὑπομονή! Ἀλ­λά ἕ­νας τέ­τοι­ος γλυ­κύ­τα­τος καί Πα­ρα­δει­σέ­νιος θά­να­τος, ἔ­χει πί­σω στή ζω­ή πολ­λούς σταυ­ρούς. Ἄς ἔλ­θου­με ὅ­μως καί στίς προ­σω­πι­κές της ση­μει­ώ­σεις, πού καί ἡ ἴ­δια τίς ἔ­γρα­ψε, γιά τήν συμ­πλή­ρω­ση 30 ἐ­τῶν βα­ριᾶς μυ­α­σθέ­νειας. Γρά­φει: “Ο Θε­ός μου καί ὁ μαρ­τυ­ρι­κός μου Σταυ­ρός εἶ­ναι τό ἴ­διο πρᾶγ­μα. Τό ἕ­να γλυ­κύ­τε­ρον τοῦ ἄλ­λου. Καί γι’ αὐ­τό δέ ζή­τη­σα πο­τέ νά μοῦ τόν πά­ρει…” Τώ­ρα νά ρω­τή­σω ἐ­γώ κά­τι: Πό­σοι ἀ­πό μᾶς δέν γογ­γύ­ζου­με καί δέν πα­ρα­πο­νού­με­θα κά­θε μέ­ρα γιά τό σταυ­ρό ἤ γιά τούς σταυ­ρούς πού μᾶς ἔ­χει δώ­σει δῆ­θεν ὁ Θε­ός, γιά τίς ἀρ­ρώ­στι­ες μας, τίς στε­νο­χώ­ρι­ες μας, τά βά­σα­νά μας, τίς ἀ­δι­κί­ες καί τό­σα ἄλ­λα ποῦ ἔ­χου­με μέ­σα στή ζω­ή; Ποι­ός ἀ­πό μᾶς εὐ­γνω­μο­νεῖ γιά τό σταυ­ρό πού φέ­ρει καί ση­κώ­νει κά­θε μέ­ρα; Συ­νε­χί­ζου­με … “­….Δέν δο­κί­μα­σα τή γεύ­ση τῆς πι­κρί­ας τοῦ πό­νου. Δέν μέ προ­βλη­μά­τι­σε καί δέν μοῦ δη­μι­ούρ­γη­σε στε­νο­χώ­ρια καί πο­τέ δέν αἰ­σθάν­θη­κα ἄρ­ρω­στη μό­νο. Δέν ἔ­συ­ρα τό βῆ­μα ἁ­πλῶς ὑ­πο­μο­νε­τι­κά, τοῦ­το κα­θό­λου δέν μοῦ ἄ­ρε­σε. Τήν ἤ­θε­λα χα­ρού­με­νη τήν πο­ρεί­α μου καί ἔ­τσι τήν βά­δι­σα. Ἦ­ταν ἕ­να γλέν­τι, ἕ­να πα­νη­γύ­ρι, ἕ­να χα­ρού­με­νο τρέ­ξι­μο μέ­σα στήν ἀ­κι­νη­σί­α μου.” Πά­λι πα­ρέν­θε­ση: Στό σταυ­ρό της τό φο­βε­ρό, δέν ἔ­κα­νε ἁ­πλῶς μό­νον ὑ­πο­μο­νή, ἀλ­λά τόν θε­ω­ροῦ­σε καί τόν ζοῦ­σε σάν γλέν­τι καί πα­νη­γύ­ρι οὐ­ρά­νιο. Ἄ­ρα γε ποι­ός ἀ­πό μᾶς νοι­ώ­θει τό σταυ­ρό τῆς ζω­ῆς του γλέν­τι καί πα­νη­γύ­ρι; Δέν ξέ­ρω. Καί συ­νε­χί­ζου­με. «Δέν ἔ­νοι­ω­σα πο­τέ τό Θε­ό μα­κριά μου. Μοῦ ἦ­ταν ὁ γλυ­κύ­τα­τός μου καί ὁ κα­τά-δι­κός μου πα­τέ­ρας. Καί πο­τέ μό­νη μου δέν περ­πά­τη­σα τήν πο­νε­μέ­νη καί τρα­χιά πο­ρεί­α μου. Πάν­τα στήν ἀγ­κα­λιά Του. Στά γό­να­τά Του. Στίς χοῦ­φτες Του τίς Πα­τρι­κές. Ἔ­τσι ἔ­νοιω­θα. Πο­τέ δέν εἶ­δα τό για­τρό, τό νο­σο­κο­μεῖ­ο, τά φάρ­μα­κα μέ μά­τι ἐ­χθρι­κό. Πο­τέ δέν βα­ρέ­θη­κα τό κρε­βά­τι τοῦ πό­νου μου, μοῦ γλύ­κα­νε ὅ­λο μου τό εἶ­ναι, γι’ αὐ­τό μέ σε­βα­σμό, μέ δέ­ος καί εὐ­γνω­μο­σύ­νη τό ἀγ­κά­λι­α­ζα καί τό κα­τα­φι­λοῦ­σα. Σάν μί­α ἱ­ε­ρή δι­α­κο­νί­α ἀ­νά­λα­βα νά φέ­ρω εἰς πέ­ρας τήν ἀ­σθέ­νειά μου, ἤ­μουν ὁ ἀ­σθε­νής καί ὁ δι­α­κο­νῶν αὐ­τή. Πάν­τα εἶ­χα μέ­σα μου τόν λό­γον τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, «τήν δι­α­κο­νί­α σου πλη­ρο­φό­ρη­σον». Ἡ ὡς τώ­ρα πο­ρεί­α μου στή γῆ ἔ­χει ἔν­το­νο τό αἴ­σθη­μα τοῦ ἐ­ξό­ρι­στου δι­α­βά­τη τῆς ξε­νι­τιᾶς. Τά πό­δια μου τά ἀ­νά­πη­ρα στήν γῆ, ἀλ­λά τά μά­τια μου, ἡ καρ­διά μου, ὁ νοῦς μου, ἦ­σαν τρα­βηγ­μέ­να ψη­λά στόν οὐ­ρα­νό. Μέ ἔ­λι­ω­νε τό ἀ­γνάν­τε­μα. Χόρ­τα­σε τό πε­τσί μου πό­νο, καί πολ­λές φο­ρές ἔ­κλαψα ἀ­πό τούς φρι­κτούς πό­νους καί σέ ἀ­θυ­μί­α ἔ­πε­σα. Ἀλ­λά ἀ­πηλ­λαγ­μέ­να αὐ­τά τῆς πι­κρί­ας, ἐ­κεῖ στό βά­θος τῆς ψυ­χῆς μου στά­λα­ζαν οἱ γλυ­κα­σμοί καί οὐ­ρά­νι­ες δρο­σο­στα­λί­δες». Πα­ρέν­θε­ση· ἄν­θρω­πος ἦ­ταν καί ἀ­σφα­λῶς ἀ­πό τά βα­σα­νι­στή­ρια τῶν πό­νων της νά ἔ­κλαψε, καί ἔ­κλα­ψε. Ἡ ψυ­χή της ὅ­μως εἶ­χε θε­ϊ­κή πα­ρη­γο­ριά καί οὐ­ρά­νι­ες ἀ­πο­κα­λύ­ψεις. Μό­νο ἡ καρ­διά της γνώ­ρι­ζε τό μέ­γε­θος τῶν ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ων, πού θά ἦταν ἀ­νά­λο­γες μέ τήν ἀ­γόγ­γυ­στη καρ­τε­ρί­α πού ἔ­δει­ξε, καί τή δο­ξο­λο­γί­α πού πρό­σφε­ρε. Καί συ­νε­χί­ζει: – Τό σῶ­μα μου δέν τό ἀ­γά­πη­σα καί οὔ­τε τοῦ χα­ρί­στη­κα ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς ἀ­νημ­πο­ριᾶς του. Τοῦ ἔ­δω­σα τό­σο, ὅ­σο τοῦ ἔ­πρε­πε γιά νά συν­τη­ρη­θεῖ. Τό δι­α­κό­νη­σα μέ σε­βα­σμό σάν ἄρ­ρω­στο, καί αὐ­τό πού εἶ­χε ἀ­νάγ­κη τοῦ τό ἔ­δω­σα. Ἀ­κου­σί­ως στε­ρή­θη­κε καί τά στε­ρή­θη­κε ὅ­λα, ἀ­κό­μα καί τά ἀ­πα­ραί­τη­τά του. Πλε­ό­να­σε ἀ­πό παν­τός εἴ­δους κα­κου­χί­α, ἀλ­λι­ώ­τι­κη πο­ρεί­α ἀ­πό τού­τη δέ γνώ­ρι­σε. Γύ­ρι­σε ἀ­πό ἀ­σθε­νο­φό­ρο σέ ἀ­σθε­νο­φό­ρο, καί ἀ­πό Νο­σο­κο­μεῖ­ο σέ Νο­σο­κο­μεῖ­ο καί ἀ­πό κρε­βά­τι σέ κρε­βά­τι καί ἀ­πό χέ­ρια σέ χέ­ρια… Πο­τέ δέν ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε τό θέ­λη­μά μου. Καί ἄν ὡς ἄν­θρω­πος ἤ­θε­λα κά­ποι­α στιγ­μή, αὐ­τό τό θέ­λω μου, μοῦ τό κα­τα­τε­μά­χι­ζε ἡ μυ­α­σθέ­νεια. Εἶ­μαι διά παν­τός κά­τω ἀ­πό τή δι­κή της ἐ­ξου­σί­α, σάν ἕ­να κα­θε­στώς τυ­ραν­νι­κό ἐ­πά­νω μου, πού μοῦ στέ­ρη­σε καί τήν πα­ρα­μι­κρή ἀ­νά­παυ­ση. Ὅ­μως αὐ­τό, μέ τί­πο­τα δέ μέ δυ­σκό­λε­ψε νά τρέ­ξω πρός τήν χα­ρά τοῦ πνεύ­μα­τος, καί πό­σο μοῦ ἄ­ρε­σε νά τρέ­χω! Δέ θέ­λη­σα νά πε­ρι­ο­ρι­στῶ μο­νά­χα μέ­σα στήν ἀ­νημ­πο­ριά μου, καί αὐ­τή νά εἶ­μαι μό­νο. Μί­α πο­ρεί­α τριά­ντα χρό­νων, σάν νά­ναι τριά­ντα μο­νά­χα λε­πτά. Ἔ­τσι αἰ­σθά­νο­μαι, μί­α πο­ρεί­α με­στή, γε­μά­τη χαρ­μο­σύ­νης καί γλυ­κα­σμῶν. Εὐ­λο­γη­τός, εὐ­λο­γη­τός ὁ Θε­ός γιά τού­τη τήν εὐ­τυ­χί­α, Αὕ­τη ἡ κλη­τή καί ἁ­γί­α ἡ­μέ­ρα τοῦ 1965, – μέρα πού τήν χτύπησε ἡ ἀρρώστια». Ὅλο τό ἱστορικό αὐτό πού εἴχατε τήν ὑπομονή νά ἀκούσετε ἦταν τό ἀποτέλεσμα τῆς ὑπομονῆς μιᾶς ψυχῆς πού ἀγάπησε ὁλοκληρωτικά τόν Θεό καί με τόν τρόπο της σταυρώθηκε γιά τήν ἀγάπη Αὐτή. Αὐτή εἶναι ἡ πραγματική ὑπομονή, πού κάνει τήν ἀνθρώπινη γλῶσσα, ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, νὰ μή διαφέρη καθόλου ἀπό τήν γλῶσσα τῶν Ἀγγέλων. Ἀκούσαμε λοιπόν ἀπόψε, μέ τίς εὐχές καί εὐλογίες τοῦ Σεβα-σμιωτάτου, ἀρχικά τό τί εἶναι ἡ Ὑπομονή. Ὅτι εἶναι μία ἀρετή πού συνοδεύει γιά πάντα τόν ἄνθρωπο ἀπό τό τρίτο στάδιο τῆς ἡλικίας του κυρίως, δηλαδή τό τῆς ἐνηλικιώσεως. Εἴδαμε ὅτι μερικές φορές πώς εἶναι μία παρεξηγημένη λέξι καί ἀνατρέψαμε τήν θεωρία αὐτή. Εἴδαμε πόσο ἀπαραίτητη εἶναι ἡ σπάνια, σήμερα, ἀρετή αὐτή σέ ὅλες τίς ἐκφἀνσεις τῆς ἀνθρώπινης πολιτείας. Ποιά εἶναι τά ἀποτελέσματα τῆς ὑπομονῆς, ἀλλά καί τί εἶναι τό ἀντίθετό της μέ τήν ἀνυπομονησία. Ἀκούσαμε τόν Γέροντα Παΐσιο νά μᾶς λέη μέ τά πρακτικά του παραδείγματα ὅτι αὐτή χαριτώνει, ἀλλά καί σώζει τήν οἰκογένεια. Ποιό εἶναι τό ἀποτέλεσμά της καί στήν μοναχική ζωή. Καί τήν μεγάλη συμβολή της ἐπάνω στήν δύσκολη φάσι τῆς ζωῆς, πού λέγεται ἀνθρώπινος πόνος. Στό Ἅγιον Ὄρος, ὅταν κάποιος γίνεται Μοναχός, τοῦ εὔχονται «καλές ὑπομονές». Σέ ὅλους μας λοιπόν εὔχομαι ὁ ἀγαθός Θεός νά μᾶς δίνη πολλές ἀλλά καλές ὑπομονές καί σᾶς εὐχαριστῶ πού εἴχατε τήν ὑπομονή νά μέ ἀκούσετε.