Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ.

ΚΟΙΝΩΝΑΜΕ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΚΟΙΝΩΝΑΜΕ.

 

Μιά δαιμονισμένη ὁμολογοῦσε: “Ὅταν ἤμουν 13 χρονῶν, ἔβοσκα τά γελάδια σέ μιά ρεματιά καί ἐκεῖ βλαστήμησα τόν Χριστό καί τόν ἀντίχριστο καί δαιμονίστηκα, μπῆκε μέσα μου δαίμονας. Ἀπό τότε δέν εἶμαι καλά.

Παντρεύτηκα καί μέ πῆγε ὁ ἄντρας μου στήν Ἀγγλία, στήν Γερμανία, σέ ὅλους τούς γιατρούς. Οἱ γιατροί δέν βρῆκαν τίποτα. Δέν ξέρουν ὅτι ἔχω δαίμονα. Τώρα, μέ ἔφερε καί σέ σένα”.
»Τούς εἶπα, “ἐξομολόγηση καί θεία Κοινωνία” καί φώναξε τό δαιμόνιο: “Ἐσύ δέν τά λές καλά! Ἐκεῖνος ὁ ἄλλος ὁ παπάς (ἕνας ἄλλος Ἱερέας ἐξ ἐγγάμων πού εἶχαν πάει πρωτύτερα) τά λέει καλύτερα. Μόνο μεταλαβιά (θεία Κοινωνία), δέν χρειάζονται διαβάσματα (ἐξομολόγηση) “.
»Εἴδατε, ἀδελφοί μου, πώς δέν τήν θέλει τήν ἐξομολόγηση ὁ διάβολος καί ὅτι ἡ θεία Κοινωνία δίχως ἐξομολόγηση δέν ὠφελεῖ σέ τίποτα».

«Κοινωνᾶμε, ἀλλά δέν κοινωνᾶμε»
Μιά κυρία ἀπό ἕνα χωριό, ἦρθε πρίν μερικά χρόνια νά μέ δῆ.
 Μοῦ εἶπε ὅτι ἦρθε στίς Ροβιές στό πανηγύρι καί κατά τό ἔθος κοινώνησε. Ὅμως, ἐνῶ κατάπιε τό “ζμί” (ζουμί–αἷμα Κυρίου), τό “κοψίδι” (ψίχα–σῶμα Κυρίου) ἔμεινε κάτω ἀπό τήν γλῶσσα καί δέν μποροῦσε νά τό καταπιῆ. Πήγανε σέ ἕνα σπίτι, τούς κέρασαν καφέ καί παξιμάδι, τά ἔφαγε, ἀλλά τό κομματάκι δέν κατέβαινε. Τό εἶπε στήν γειτόνισσα καί τήν παρακάλεσε νά τό σκουντήση μέ τό χέρι της. Φύγανε ἀπό τίς Ροβιές. Στόν δρόμο εἴχανε ψωμί καί τυρί καί φάγανε σέ μιά πηγή πού σταματήσανε. Αἰσθάνθηκε ὅτι εἶναι ἀκόμα ἐκεῖ τό ψιχουλάκι καί αἰσθανόταν ὅτι μοσχοβολάει. Ἔβαλε τό δάκτυλο καί τό σκουντοῦσε καί αὐτό ἔβγαινε ἔξω πάλι στήν γλῶσσα της.
— Τί ἦταν αὐτό, π. Ἰάκωβε; μέ ρώτησε.
— Μήπως εἶχες κανένα ἁμάρτημα καί πῆγες νά κοινωνήσης καί δέν ἤσουν ἄξια καί ἱκανή νά πᾶς νά κοινωνήσης; Μήπως μέ καμμιά σου γειτόνισσα τά εἶχες χαλάσει;
— Ναί, παπά μου! Ἦρθε ἡ κόττα τῆς γειτόνισσας στήν αὐλή μου καί τήν ἔδιωξα λέγοντας “ἴσου! νά φᾶς τήν νοικοκυρά σου, νά ψοφήση ἡ νοικοκυρά σου!”. Καί ὕστερα σάν νά μέ φώτισε ὁ Θεός τό βράδυ καί μοῦ εἶπε: “Δέν πᾶς νά πάρης συγχώρηση ἀπό τήν γειτόνισσα;”. “Νά πάω”, εἶπα. Στόν δρόμο ὅμως πού πήγαινα, μοῦ εἶπε ὁ λογισμός: “Ἔ! δέν εἶναι τίποτα. Καί ἡ δική μου πάει σέ αὐτήν καί αὐτῆς ἔρχεται σέ μένα”.
»Βλέπετε τί τῆς εἶπε ὁ διάβολος; Καί ἐνῶ πῆγε νά κοινωνήση, δέν κοινώνησε, διότι εἶχε καταραστῆ τήν γειτόνισσά της».
 

«Καί μιά ἄλλη φορά, ἕνα παλληκάρι ἦρθε νά κοινωνήση καί δίσταζα λίγο μέσα μου νά τό κοινωνήσω. Φαίνεται θά εἶχε κάποιο πνευματικό κώλυμα. Ὅταν, λοιπόν, τό κοινωνοῦσα, ἕνας παρευρισκόμενος μοναχός, ἀρετῆς ἄνθρωπος, εἶδε νά φεύγη ἀπό τήν ἁγία Λαβίδα μιά χρυσή λάμψη, νά περνᾶ πάνω ἀπό τό κεφάλι μου καί νά πάη πάνω στήν ἁγία Τράπεζα καί κάθησε ἐκεῖ. Μετά τήν ἀκολουθία, μοῦ τό εἶπε ὁ μοναχός καί μοῦ εἶπε ὅτι τό ἔβλεπε (τό παλληκάρι) μαῦρο στό πρόσωπο.


»Βλέπετε; Κοινωνᾶμε ἀλλά δέν κοινωνᾶμε! Γι᾽ αὐτό καί οἱ μάγοι καί οἱ αἱρετικοί μερικές φορές συνιστοῦν καί θεία Κοινωνία, ἀλλά φροντίζουν νά μήν (μᾶς ἀφήσουν νά) σκεφτοῦμε (γιά) νά προετοιμαστοῦμε σωστά».