Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / ΜΗΠΩΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΕΥΟΥΜΕ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΑ;


Μήπως «χριστιανεύουμε» αντίχριστα;

Δυσκολευόμαστε να συνυπάρχουμε με τους άλλους.

Πνιγόμαστε με τους λογισμούς, «πώς με είδε, πώς με κοίταξε, τί σκέφθηκε, πώς θα του φερθώ, τί να πω, πώς να το πω».

Κατά τα άλλα μπορεί το βράδυ να κάνουμε μετάνοιες και προσευχές, να τρώμε αλάδωτα, να έχουμε πνευματικό και να κοινωνούμε τακτικά.

Όμως ο ναρκισσισμός μας να μην μας αφήνει να ζήσουμε χριστιανικά. Έχουμε εκκλησιαστικοποιήσει τον εγωισμό μας, έχουμε κάνει την «πνευματική ζωή» μία ζωή αποξένωσης από τους άλλους και όχι κοινωνίας με τους άλλους.

Αυτόνομες νομοτελειακές πράξεις ηθικής και «κάθαρσης παθών» έχουν αντικαταστήσει τον Χριστό.

Δεν αναζητούμε τον Χριστό, ούτε τον άλλο.

Η αγαπολογία δίνει και παίρνει στους εκκλησιαστικούς κύκλους· μοιάζει όμως με την κακιά μητριά της πνευματικής ζωής μιας και είναι αποκομμένη από την άσκηση που αναζητά την Χάρη.

Έχουμε καταφέρει το ακατόρθωτο: να αυτοθεωνόμαστε χριστιανικά, να ταπεινωνόμαστε ναρκισσιστικά, να ασκούμαστε αντιχριστιανικά, να αυτοδικαιωνόμαστε εξομολογητικά, να κατακρίνουμε η να απορρίπτουμε τους άλλους αγαπητικά, να εκκλησιαζόμαστε ατομικά, να «χριστιανεύουμε» αντίχριστα.

Και μιας και ανέφερα την κατάκριση  θα δούμε ότι ο  άνθρωπος που κατακρίνει,  αμέσως  έχει απομακρυνθεί από τον Θεό και έχει πάει με τον διάβολο.

Ο ίδιος ο Χριστός δεν κατέκρινε  και είπε ότι δεν ήρθε για να κρίνει τον κόσμο αλλά για να σώσει τον κόσμο. Εδώ τίθεται το εξής ερώτημα. Ο άνθρωπος έγινε ανώτερος από τον Χριστό?

Άλλο ένα ερώτημα. Ποιος από εμάς είναι αναμάρτητος  για να κρίνει έναν αμαρτωλό?

Όποιος από σας είναι αναμάρτητος, ας ρίξει πρώτος την πέτρα.

Τί λέτε υπάρχουν αναμάρτητοι;

Κάποιοι από εκείνους που έτρεξαν για να λιθοβολήσουν τη γυναίκα  που μοίχευσε, και στέκονταν στο τέλος της ουράς,  όταν  άκουσαν το Λόγο  αυτό από Τον Ιησού, άφησαν κατ`ευθείαν τις πέτρες κάτω, χωρίς καμία σκέψη, και δισταγμό.

`Όμως κάποιοι άλλοι οι οποίοι ήταν στην πρώτη γραμμή, που φυσικά ήταν τα εξέχοντα άτομα, ήταν εκείνοι που στα μάτια του λαού ήταν οι άνθρωποι του νόμου, αυτοί που κρατούσαν την εξουσία   στα χέρια τους,  την οδηγία του λαού, αυτοί που έλυναν και έδεναν,  αυτοί που στην ουσία ξεχώριζαν τον εαυτό τους από τους υπολοίπους ως δίκαιοι καθώς ήταν λειτουργοί του Ναού, την ώρα εκείνοι άφηναν και αυτοί την πέτρα,  όμως όχι με τον ίδιο τρόπο που την άφησαν οι άλλοι, αλλά σιγά- σιγά, γιατί δεν ήθελαν  στην ουσία να την αφήσουν,  διότι  μέσα τους έβλεπαν τους εαυτούς τους δίκαιους, και άγιους.  Αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά.

Η υποκρισία είναι ένα γερό θεμέλιο αυτού του ψεύτικου κόσμου και μια μεγάλη αντί-αξία.

Δεν μπορεί λοιπόν να κατηγορεί κάποιος έναν άλλο, όταν αυτός ο κάποιος κάνει τα ίδια!!!