Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ


Η αγάπη στον Χριστό δεν χορταίνεται


Ο Χριστός είναι το άκρον εφετόν, το άκρον επιθυμητόν, δεν υπάρχει ανώτερο. Όλα τα αισθητά έχουν κόρο, αλλά ο Θεός δεν έχει κόρο. Αυτός είναι το παν. Ο Θεός είναι το άκρον εφετόν. Καμιά άλλη χαρά, κανένα άλλο κάλλος, τίποτα δεν μπορεί να παραβγεί μ’ Αυτόν. Τι άλλο από το ανώτατον;

Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι κάτι άλλο. Δεν έχει τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει υγεία, δίνει, δίνει, δίνει…Κι όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται. Ενώ ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει. Όταν αγαπήσομε τον Χριστό, όλες οι άλλες αγάπες υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό. Η σαρκική αγάπη έχει κορεσμό. Μετά μπορεί ν’ αρχίσει η ζήλεια, η γκρίνια, μέχρι κι ο φόνος. Μπορεί να μεταβληθεί σε μίσος. Η εν’ Χριστώ αγάπη δεν αλλοιώνεται. Η κοσμική αγάπη λίγο διατηρείται και σιγά σιγά σβήνει, ενώ η θεία αγάπη ολοένα μεγαλώνει και βαθαίνει. Κάθε άλλος έρωτας μπορεί να φέρει τον άνθρωπο σ’ απελπισία. Ο θείος έρως, όμως, μας ανεβάζει στη σφαίρα του Θεού, μας χαρίζει γαλήνη, χαρά, πληρότητα. Οι άλλες ηδονές κουράζουν, ενώ αυτή διαρκώς δεν χορταίνεται. Είναι μια ηδονή ακόρεστος, που δεν την βαριέται κανείς ποτέ. Είναι το άκρον αγαθόν.

Μόνο σ’ ένα σημείο σταματάει ο κορεσμός· όταν ο άνθρωπος ενωθεί με τον Χριστό. Αγαπάει, αγαπάει, αγαπάει κι όσο αγαπάει, τόσο βλέπει ότι θέλει ακόμη ν’ αγαπήσει. Το βλέπει ότι δεν έχει ενωθεί, δεν έχει δοθεί στην αγάπη του Θεού. Έχει συνεχώς την έφεση, την επιθυμία, τη χαρά, για να κατορθώσει να φθάσει στο άκρον εφετόν, στον Χριστό. Όλο νηστεύει κι όλο κάνει μετάνοιες κι όλο προσεύχεται κι όμως όλο δεν ικανοποιείται. Δεν το καταλαβαίνει ότι έφθασε ήδη σ’ αυτή την αγάπη. Αυτό που επιθυμεί, δεν το νιώθει ότι τον γέμισε, ότι το πήρε, ότι το αισθάνεται, ότι το ζει. Αυτό το θείο έρωτα, αυτή τη θεία αγάπη λαχταρούν και ποθούν όλοι οι ασκηταί. Μεθούν με τη θεία μέθη. Μ’ αυτή τη θεία μέθη το μεν σώμα μπορεί να γηράσκει, να παρέρχεται, το πνεύμα, όμως, νεάζει και ανθεί.

Οι ύμνοι και τα τροπάρια της Εκκλησίας μας είναι γεμάτα θείο έρωτα. Ακούστε τι λέει στον κανόνα του Αγίου Αποστόλου Τιμοθέου:

«Ποθήσας θερμώς των εφετών το ακρότατον
και δι’ αγάπης συγκραθείς,
πόθω κατάλληλον ζωήν μετήλθες, θεόληπτε
δια παντός σου κατοπτεύων τον έρωτα
και της αυτού θεωρίας πιμπλάμενος»

(Κανών Αγ. Αποστόλου Τιμοθέου, γ’ τροπάριον δ’ ωδής)

«Συγκραθείς» σημαίνει γίνεσαι ένα, ενώνεσαι με τον ερωμένο. Και «πιμπλάμενος», από το «πίμπλημι», σημαίνει γεμίζω, χορταίνω. Ω, λέξεις σπουδαίες! Να κάνετε συλλογή από τέτοιες λέξεις, που δείχνουν τη θεία αγάπη, τη θεία τρέλα. Δεν τις χορταίνεις! Ναι, δεν χορταίνεται η αγάπη στον Χριστό. Όσον Τον αγαπάεις, νομίζεις ότι δεν Τον αγαπάεις κι όλο θέλεις πιο πολύ να Τον αγαπάεις. Συγχρόνως, όμως, πλημμυρίζει η ψυχή σου απ’ την παρουσία Του και την εν’ Κυρίω χαρά την αναφαίρετο. Δεν θέλεις τίποτα να επιθυμήσεις. Κάτι παρόμοιο γράφει ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος: «Η χαρά, ήτις πηγάζει από τον Θεόν, υπάρχει δυνατωτέρα της ενταύθα ζωής και όστις γευθή αυτήν, όχι μόνον δεν θέλει προσέχει εις τα πάθη, αλλ’ ούτε άλλο τι αισθητόν θέλει προτιμήσει αυτής της χαράς, εάν αυτή υπάρχη αληθής και όχι πλάνη. Η αγάπη του Θεού είναι γλυκυτέρα υπέρ μέλι και κηρίον· δεν λυπείται η αγάπη να δεχθή μέγαν θάνατον υπέρ των αγαπώντων αυτήν…και εις εκείνην την καρδίαν, ήτις δέχεται αυτήν, πάσα γλυκύτης τούτου του κόσμου θεωρείται περιττή· διότι κανέν άλλο πράγμα δεν δύναται να εξομοιωθή με την γλυκύτητα της επιγνώσεως του Θεού» (Ισαάκ του Σύρου, Ασκητικά, Λόγος ΛΗ’, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 201-201).

Εξαιτίας αυτής της αγάπης τους προς τον Χριστό οι άγιοι δεν αισθανόντουσαν τους πόνους των μαρτυρίων, όσο σκληρά κι αν ήταν. Θυμηθείτε τους τρεις Παίδας εν’ τη καμίνω· υμνούντες και δοξολογούντες εδροσίζοντο στην κάμινο του πυρός. Θυμηθείτε τον Άγιο Δημήτριο, τον Άγιο Γεώργιο, την Αγία Αικατερίνη, την Αγία Βαρβάρα, την Αγία Παρασκευή, τους Σαράντα Μάρτυρες μέσα στην παγωμένη λίμνη. «Νέφος μαρτύρων», όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος (Εβρ. 12, 1).