Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / Υπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε υπέρ πάντων..


Ευαγγελισμός της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου!! Όταν ήλθε η στιγμή να τελειώσει η Παναγία την επίγεια ζωή της, μία Παρασκευή πήγε, και προσευχήθηκε στο όρος των Ελαιών, όπου συνήθιζε να προσεύχεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός και η ίδια συχνά. Η Παναγία επί ένδεκα έτη καθημερινώς μετά την Θείαν Ανάληψη του Υιού της μετέβαινε στον Ιερό αυτό τόπο και εκεί προσηύχετο. Tότε δε έγινε ένα θαύμα παράδοξο. Κατά την ανάβασή της, έγινε θαύμα παράδοξο, τα δένδρα, οπού ήταν στο όρος φυτευμένα, έκλιναν την κορυφή τους σαν να ήταν έμψυχα και λογικά, και έτσι προσκύνησαν, και απέδωσαν κατά το πρέπον, σεβασμό και τιμή στην Kυρία και Δέσποινα του κόσμου. Λέγεται επίσης από την παράδοση, ότι όταν πλησίαζε το πλοίο της Παναγίας το Άγιο Όρος, καταστράφηκε το μεγάλο άγαλμα του Διός που βρισκόταν στην κορυφή του Όρους και τα υπόλοιπα είδωλα συνετρίβησαν. Η κορυφή του Άθω και όλα τα δέντρα και τα σπίτια έκλιναν και προσκύνησαν προς το μέρος του λιμανιού του Κλήμεντος όπου έμπαινε το καράβι της Παναγίας. Αφ’ ου δε η Πανάχραντος προσευχήθηκε αρκετά άγγελος Κυρίου (η παράδοση λέει ότι ήταν ο Aρχάγγελος Γαβριήλ) παρουσιάζεται μπροστά της και την χαιρετά: “Χαίρε, η γεννήσασα Χριστόν τον Θεόν ημών. Ο Κύριος άκουσε την προσευχή σου και θα αφήσης τον κόσμο και θα πορευθής εις την ζωήν την αληθινήν και αδιάδοχον”, προσφέροντάς της κλάδο φοίνικος. Η χαρά της Θεοτόκου υπήρξε μεγάλη, διότι φλεγόταν από τον πόθο να πάει κοντά στον Υιό της. Γύρισε στο σπίτι του Ιωάννη, θυμιά και προσεύχεται στον Χριστό να της στείλη τον Ιωάννη και τους λοιπούς Αποστόλους, για να παρασταθούν στον θάνατό της. Δίνει τα υπάρχοντά της σε δύο γειτόνισσές της χήρες. Ετοιμάζει το σπίτι και όλα τα του ενταφιασμού της. Κάλεσε τους συγγενείς και τους γείτονές Της και τους ανήγγειλε την πληροφορία που Της έδωσε ο αρχάγγελος, περί της μετάστασής Της. Μόλις το έμαθαν όλοι, θρηνούσαν και με φωνές σπαραχτικές, παρακαλούσαν την Δέσποινα, να μην τους αφήσει ορφανούς. Η Θεοτόκος τους βεβαίωσε ότι και μετά την μετάστασή Της εις τους Ουρανούς, θα φυλάσσει όχι μόνο αυτούς αλλά και όλο τον κόσμο. Η παράδοση αναφέρει ότι πρώτος φθάνει, αρπαγείς από νεφέλη, ο Ιωάννης και σε λίγο επί νεφελών και οι λοιποί Απόστολοι οι διεσπαρμένοι στα πέρατα του κόσμου, όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε, ακούστηκε ήχος δυνατής βροντής και συγκεντρώθηκαν πολλά νέφη, τα οποία μετέφεραν από τα πέρατα της οικουμένης, τους αποστόλους και τους έφεραν στην οικία της Παναγίας, όπου περίμενε την κοίμηση της. Μαζί με τους Αποστόλους ήλθε και ο Διονύσιος Aρεοπαγίτης, ο Άγιος Iερόθεος επίσκοπος Αθηνών, ο διδάσκαλος του Διονυσίου, ο Aπόστολος Tιμόθεος, και οι λοιποί θεόσοφοι Iεράρχες, μεταφερόμενοι «επί των νεφελών». Ολοι θρηνούσαν και έβρεχαν με δάκρυα τα πρόσωπά τους, λέγοντας : «Σε, Δέσποινα βλέποντες εμείς ζώσα και διαμένουσα στον κόσμο, παρηγορούμεθα σαν να βλέπαμε τον Υιόν σου και Δεσπότη μας και Δάσκαλο. Επειδή τώρα μεταβαίνεις στα ουράνια, κοντά στον Υιόν σου και σε αποχωριζόμαστε, θρηνούμε και δακρύομεν, όπως βλέπεις». Τότε, η Θεοτόκος αποκρίθηκε προς αυτούς : «Ω φίλοι και μαθηταί του Υιού μου και Θεού, μη μεταβάλλετε εις πένθος και λύπην την χαράν μου, αλλά ενταφιάσατε το σώμα μου, καθώς εγώ θέλω το προετοιμάσει επί του νεκροκρέβατου». Όταν δε έφτασε και ο θεσπέσιος Απόστολος Παύλος, το σκεύος της εκλογής, ο οποίος έπεσε στα πόδια της Θεοτόκου και την προσκύνησε και την εγκωμίασε με πολλά ουράνια εγκώμια, λέγοντας : «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής και του κηρύγματός μου η υπόθεσις, διότι εγώ παρόλο που δεν είδα σωματικά τον Υιόν Σου επί της γης, όμως βλέποντάς Σε, νόμιζα ότι βλέπω Εκείνον τον ίδιο». Την Κυριακή έρχεται με την απαστράπτουσα δόξα Του και με χιλιάδες αγγέλους ο Κύριος να παραλάβη την ψυχή της Μητρός Του. Λέγει ο Ιωάννης ο Γεωμέτρης: ακολούθησε αμέσως η παράδοξη κάθοδος του Υιού της που συνοδευόταν από τους Προφήτες, τους Πατριάρχες και όλους τους Δικαίους. Μπροστά πήγαιναν οι Άγγελοι και Αρχάγγελοι και όλες οι υπόλοιπες Αγγελικές δυνάμεις. Τότε ο αέρας και ολόκληρο το σπίτι γέμισε. Όλα εκείνα που η Παρθένος προγνώριζε, τότε τα έβλεπε μπροστά της, ενώ οι άλλοι έβλεπαν μέρος από αυτά τα θαυμάσια, ο καθένας ανάλογα με την αγιότητά του. Έτσι η δεύτερη κατάβαση έγινε ενδοξότερη και φρικωδέστερη της πρώτης, και προφανεστέρα για όσους είχαν όραση πνευματική. Δεν ήσαν μόνον παρόντα τα κατώτερα αγγελικά τάγματα και δυνάμεις, αλλά και αυτά ακόμη τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι παρευρίσκονταν με φόβο, ιεραρχικά σύμφωνα με την τάξη τους… Η συνοδεία ήταν λαμπρή και πολυάριθμη, όπως άρμοζε για την άφιξη του Δεσπότη και την αναχώρηση της Δέσποινας, αλλά η θέαση αυτών που γίνονταν, όπως ήδη είπα, γινόταν μόνον από τους καθαρούς, αν και η παρουσία του Δεσπότη ήταν ακατανόητη και σ’ αυτούς τους Μαθητές και Αποστόλους που ήσαν γεμάτοι από τη δύναμη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που κατοικούσε μέσα τους. Παρευρισκόταν εκεί ο Χριστός με σώμα και μορφή πλήρως θεωμένη, λαμπρότερη της αστραπής και της λάμψεώς της, από ο,τι στο Θαβώρ, αλλά μικρότερη της φυσικής της λαμπρότητας ενώ οι Απόστολοι ήσαν σαν νεκροί. Ο Κύριος αμέσως τους λέγει, “ειρήνη υμίν”, όπως άλλοτε όταν «εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων», στο ίδιο σπίτι που μαζεύτηκαν και τότε και τώρα, το σπίτι του Ιωάννη. …Η ψυχή της βρίσκεται σε μία μεγάλη συγκίνηση και σχεδόν σκιρτά και προφθάνει ασυγκράτητη και τρέχει να απομακρυνθεί από το σώμα ώστε το γρηγορότερο να βρεθεί με τον Υιό της και να προσπέσει στα χέρια του και να αναχώρησει μαζί του… Δάκρυσε, και πάλι έγινε ανώτερη των δακρύων από τη μεγάλη ευτυχία και το παράδοξο θέαμα, όταν είδε με σώμα εκείνον, που λίγο παλιότερα τον είδε να σύρεται, να καθυβρίζεται και να κτυπιέται, ενώ περιβαλλόταν από τόσες μυριάδες Αγγέλων, από τόση λαμπρότητα και τόση δόξα. Έβλεπε το πρόσωπο και τη μορφή εκείνου, που άλλοτε τον κορόιδευαν και τον έφτυναν, που ήταν ντυμένος την κόκκινη χλαίνα της ντροπής, να περιβάλλεται τώρα με τόση αξία και λαμπρότητα. Αυτόν που δεν είχε ούτε είδος ούτε ομορφιά, τώρα να αστράφτει από την ομορφιά της θεότητάς του. Έβλεπε τον άλλοτε νεκρό που καταδικάστηκε σαν αντίθεος, Θεό και Βασιλέα και Κριτή των πάντων, αθάνατο και ανίκητο. Ω, πως ζούσε και πάλι μέσα στις αντιθέσεις, όπως τον καιρό της Σταυρώσεως. Το όραμα τη γέμιζε ευφροσύνη, χαιρόταν υπερβολικά η ψυχή της, αλλά συστελλόταν επειδή αναχωρούσε προς εκείνη τη δόξα και λαμπρότητα. Τώρα πλέον δοξολογούσε περισσότερο από πριν εκείνον που την δόξασε. Προσευχόταν για τους Αποστόλους και για όλους τους παρόντες, ικέτευε για τους πιστούς όλης της γης ή μάλλον για όλο τον κόσμο και αυτών ακόμη των εχθρών και των σταυρωτών. Ζητούσε να λάβει από το Δεσπότη κάποιο λόγο ή κάποιο σημείο ως εγγύηση της σωτηρίας τους, απλώνοντας ικετευτικά τα χέρια εκείνα με τα οποία τον αγκάλιαζε, κινώντας τη γλώσσα και τα χείλη με τα οποία τον ασπαζόταν, θυμίζοντας τον θηλασμό του, και κλαίοντας από ευτυχία, έκαμε το παν, λέγοντας αποχαιρετιστήριους λόγους και προσευχές. Και αφού λαμβάνει την υπόσχεσι ότι “πάσα ψυχή επικαλουμένη το όνομά της ου μη καταισχυνθή, αλλ’ εύρη έλεος και παράκλησιν και αντίληψιν και παρρησίαν και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι”, παραδίδει την αγία της ψυχή στα χέρια του Υιού της. Τότε αρχίζουν την υμνωδία οι Άγγελοι και όλοι μένουν ακίνητοι και εκστατικοί, όχι από φόβο αλλά από χαρά. Ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, αντιφωνεί στην Θεοτόκο επιτάφια εγκώμια και οι λοιποί Απόστολοι. Ευθύς έβγαινε κάποια άφθονη και ανεξήγητη ευωδία, ενώ το σώμα περιβαλλόταν από πλούσιο και απλησίαστο φως, ώστε και ο αέρας γέμισε από ήχους και άσματα, περισσότερο όμως από την ευχάριστη ευωδία, το δε σώμα ακτινοβολούσε από παντού, ώστε να γίνεται κάπως αθέατο. Ο Κύριος και τα γύρω από αυτόν λειτουργικά πνεύματα πήραν τη ψυχή, ενώ οι μαθητές πήραν το θεοδόχο σώμα της Θεομήτορος, ψάλλοντας ύμνους και κρατώντας λαμπάδες, το οδήγησαν στον τάφο, στην Γεσθημανή. Ταυτόχρονα, θαύμα παράδοξο συνέβη. Ακούγονταν οι υμνωδίες των αγγέλων που γέμιζαν την ατμόσφαιρα συνοδεύοντας την νεκρική πομπή. Οι φθονεροί άρχοντες των Ιουδαίων, βλέποντας και ακούγοντας αυτά, μη υποφέροντας από τον φθόνο τους, παρακίνησαν μερικούς από τον λαό, να γκρεμίσουν στη γη το ιερό νεκροκρέβατο, με το Ιερό Σώμα της Θεοτόκου. Η Θεία Δίκη όμως πρόφτασε και τους τιμώρησε και τύφλωσε όλους αυτούς, εκ των οποίων ένας εβραίος ονόματι Ιεφωνίας που τόλμησε να απλώσει τα χέρια του πάνω στο Σώμα της Παναγίας, του έκοψε τα χέρια η «σπάθη του αρχαγγέλου», που το συνόδευε, και έμειναν κρεμασμένα στην κλίνη. Μετανοεισε και κολλησαν πάλι τα χέρια του. Πίστεψαν τότε, με όλη την ψυχή τους και ζήτησαν συγχώρεση από την Θεοτόκο και αφού πήραν μικρό τεμάχιο από το ένδυμά Της το έβαλαν στους τυφλούς οφθαλμούς τους και θεραπεύτηκαν όλοι. Αφού έφτασαν στην Γεσθημανή οι Απόστολοι, ενταφίασαν το Σώμα της Θεοτόκου και παρέμειναν τρεις μέρες στον Πανάγιο Τάφο της ακούγοντας τις μελωδίες των Αγίων Αγγέλων. Επειδή, κατά θεία οικονομία, ένας από τους Αποστόλους (ο Θωμάς όπως λέει η παράδοση) δεν ήταν παρών στην κηδεία της Θεομήτορος, μεταφέρθηκε την τρίτη μέρα με σύννεφα στην Γεσθημανή. Στους ουρανούς, ενώ μεταφερόταν στα σύννεφα, συνάντησε την Παναγία να ανεβαίνει μέσα σε Ουράνιο φως και την ρώτησε : «Πού πηγαίνεις Παναγία;» και Εκείνη του απάντησε : «Πηγαίνω στον Υιό μου» και του έδωσε την Άγια Ζώνη της. Όταν έφτασε στη Γεσθημανή, βρήκε τους Αγίους Αποστόλους κοντά στον τάφο της Παναγίας και πληροφορήθηκε την Κοίμησή Της. Οι Άγιοι Απόστολοι αποφάσισαν λοιπόν, να ανοίξουν τον Πανάγιο Τάφο και να προσκυνήσει το Σώμα της Θεοτόκου και ο Απόστολος Θωμάς. Τότε εξεπλάγησαν όλοι, γιατί βρήκαν μόνο τα εντάφια και κενό τον τάφο, έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία μετετέθη εν σώματι εις τον Παράδεισο. Για τα γεγονότα της Κοιμήσεως Της Θεοτόκου, μας γράφει και ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στο βιβλίο του : «Περί Θείων ονομάτων». Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου αυτού, λέγει γράφοντας προς τον Τιμόθεο .. «Κοντά σε αυτούς τους θεόληπτους ιεράρχες μας, όταν και εμείς όπως γνωρίζεις και εσύ ο ίδιος και πολλοί από τους αγίους αδελφούς μας, είχαμε συγκεντρωθεί ατενίζοντας το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της Θεοτόκου. Ήταν μάλιστα παρών και ο Πέτρος, η υψηλότερη και σεβασμιότερη μορφή των θεολόγων. Έπειτα φάνηκε καλό, μετά το αντίκρισμα του θείου σώματος της Θεοτόκου, να υμνήσουν όλοι ανεξαιρέτως οι ιεράρχες, όσο μπορούσε ο καθένας, την παντοδύναμη καλοσύνη της φαινομενικής αδυναμίας της ύψιστης Θεότητας. Όλους όμως τους θεολόγους τους ξεπερνούσε ο Ιερόθεος, ο οποίος την υμνούσε βγαίνοντας από τον εαυτό του, ολόκληρος όντας σε έκσταση με ολόψυχη συμμετοχή, προς αυτά που έψαλλε. Και από όλους που τον άκουγαν και τον έβλεπαν και είτε τον ήξεραν είτε όχι, θεωρούνταν ότι είναι θεόληπτος και θείος υμνολόγος».