Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / του Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου


 τώρα καμιά θυσία, να θυσιάση καμιά επιθυμία, έναν εγωισμό, πως θα φθάση να θυσιάση την ζωή του σε μια δύσκολη στιγμή; Αν τώρα σκέφτεται τον κόπο και κοιτάη να μην κοπιάση λίγο παραπάνω από έναν άλλο σε μια δουλειά, πώς θα φθάση στην κατάσταση να τρέχη να σκοτωθή αυτός, για να μη σκοτωθή ο άλλος; 

Αν τώρα για μικρά πράγματα σκέφτεται τον εαυτό του, τότε που θα κινδυνεύη η ζωή του, πως θα σκεφθή τον άλλον; Τότε θα είναι πιο δύσκολα. Αν έρθουν δύσκολα χρόνια και έχη λ.χ. ο διπλανός του πυρετό και τον δη να πέση στον δρόμο, θα τον αφήση και θα φύγη. Θα πη: «Να πάω να ξαπλώσω, μην πέσω κι εγώ».



Στον πόλεμο παλεύει η ζωή η δική σου με την ζωή του άλλου. Λεβεντιά είναι να τρέχη ο ένας να γλυτώση τον άλλον. Όταν δεν υπάρχη θυσία, ο καθένας πάει να γλυτώση τον εαυτό του. Και είναι παρατηρημένο.

Όποιος πάει στον πόλεμο να ξεφύγη, τον βρίσκει εκεί η οβίδα. Πάει δήθεν να γλυτώση και σπάζει τα μούτρα του. Γι' αυτό να μην κοιτάζη κανείς να ξεφύγη, και ιδίως όταν αυτό είναι εις βάρος των άλλων. Θυμάμαι ένα περιστατικό από τον Αλβανικό πόλεμο. Ένας στρατιώτης είχε μια πλάκα, για να προστατεύη το κεφάλι του. Εν τω μεταξύ χρειάσθηκε να πάη λίγο πιο πέρα και την ακούμπησε κάτω. Πάει αμέσως ο διπλανός του και τον παίρνει. 

Σου λέει: «Ευκαιρία είναι, θα την πάρω εγώ τώρα». Την ίδια στιγμή, τακ, πετάει ο όλμος επάνω του, τον διέλυσε. Αυτός έβλεπε τα πυρά που έπεφταν και πήρε την πλάκα, για να γλυτώση. 

Δεν υπολόγισε τον άλλον που θα γύριζε πάλι. Σκέφθηκε μόνον τον εαυτόν του και δικαιολόγησε κάπως και την πράξη του. «Αφού πήγε λίγο πιο πέρα ο άλλος, μπορώ να την πάρω την πλάκα». 

Ναι, έφυγε, αλλά η πλάκα ήταν δική του. Ένας άλλος, όσο συνεχιζόταν ο πόλεμος, προσπαθούσε να γλυτώση. Κανέναν δεν υπολόγιζε. 

Οι άλλοι βοηθούσαν, αυτός καθόταν στο σπίτι του. Κοίταζε μέχρι την τελευταία ώρα που δυσκόλεψαν τα πράγματα να ξεφύγη.

Αργότερα, όταν είχαν έρθει οι Άγγλοι, πήγε στο στρατόπεδο, παρουσιάσθηκε στον Ζέρβα και, επειδή είχε και αμερικάνικη υπηκοότητα, βρήκε ευκαιρία και έφυγε για την Αμερική. Μόλις όμως έφθασε εκεί, πέθανε! Η γυναίκα του η καημένη έλεγε: «Πήγε να ξεφύγη από τον Θεό!». Αυτός πέθανε, ενώ άλλοι που πήγαν και στον πόλεμο έζησαν. .

Αγάπη και εγωισμός: Δύο αιώνιοι αντίπαλοι

ΑΡΚΕΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ έγιναν με καλές προθέσεις. Ή θα ρίξεις τον εγωισμό ή θα ρίξεις την αγάπη. Όσο αυξάνει ο εγωισμός , τόσο μπλοκάρει η αγάπη. Όσο μικραίνει ο εγωισμός, τόσο αυξάνουν οι προϋποθέσεις να ανθήσει και να αναπτυχθεί η αγάπη. Έχουμε καλές προθέσεις, ζήλο για ιεραποστολή, διάθεση για προσφορά∙ έχουμε υψώσει όμως και το ντουβάρι του εγωισμού , που συχνά αναχαιτίζει το δρόμο προς την αγάπη. Μπαίνει ανάμεσα στους καλοπροαίρετους και σπάει την αρμονία των σχέσεων. 

Στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη τελείται μια πάλη μεταξύ του εγωισμού και της αγάπης. Ο ιερέας και ο Λευίτης προσπερνούν τον πληγωμένο άνθρωπο, διότι φοβούνται μήπως πάνε καθυστερημένα στη δουλειά τους και τους «κράξει» το αφεντικό. Προτάσσουν τον εγωισμό και όχι την αγάπη. Αν έκαναν περίπατο στο δρόμο, οπωσδήποτε θα ασχολούνταν με τον πληγωμένο από τους ληστές οδοιπόρο. Ο Σαμαρείτης όμως, που φαίνεται πως η ζωή του τον είχε τσαλακώσει αρκετά, δεν σκέφτηκε το ίδιο.

Σκύβει στον πληγωμένο και εικάζω πως έκανε περίπου τους εξής λογισμούς: «Είμαι που είμαι ξεφτιλισμένος στη ζωή μου, μια ξεφτίλα από το αφεντικό ας φάω. Δεν βαριέσαι. Δεν χάλασε ο κόσμος. Το εγώ μου θα κοιτάξω τώρα, να μην τσαλακωθεί, ή τον συνάνθρωπό μου που είναι μισοπεθαμένος», και έτσι προτάσσει την αγάπη και όχι τον εγωισμό. Κάθε φορά που ξεκινάμε να εκδηλώσουμε την αγάπη, θα πρέπει να γνωρίζουμε πως δίχως την ταπείνωση η αγάπη μας δε θα έχει διάρκεια. Γρήγορα θα τρακάρει πάνω στον εγωισμό μας . Μη γένοιτο. 

Απ’ το Ευαγγέλιο βγαίνει το εξής συμπέρασμα: Ο Χριστός θα μπορούσε να μας πει: «Παιδιά μου, κρατήστε την αγάπη σας για το σόι σας, τους φίλους σας, τους αδελφούς σας, όμως τη θεϊκή αγάπη θα την εκδηλώνετε μόνο σε ανθρώπους από τους οποίους δεν προσδοκάτε τίποτα», δηλαδή σε αρρώστους, ξένους, φυλακισμένους, πεινασμένους.

Αυτοί οι δεύτεροι θα μας βάλουν στον Παράδεισο. Είναι οι μεγάλοι ευεργέτες μας. Με τους άλλους λειτουργούμε ιδιοτελώς. Κάτι έχουν , το οποίο εμείς προσδοκούμε να πάρουμε , αφού τους ευεργετούμε. Ο Κύριος, γνωρίζοντας την αδυναμία της ανταπόδοσης , θέλησε να μας προστατέψει. Γι’ αυτό μας προτρέπει: «Όταν ετοιμάζετε τραπέζι για γεύμα, να καλείτε ανθρώπους φτωχούς και αγνώστους που δεν μπορούν να σας το ανταποδώσουν. Τότε θα έχετε την ανταπόδοση από τον Θεό» (βλ. Λουκ. Ιδ΄12-14 ) .