Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / Ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Φιλοθεΐτης, γιὰ τὸν πόλεμο τῶν λογισμῶν…


 

Ὅταν ἤμουν ἀρχάριος, ἄρχισαν νὰ δουλεύουν μέσα μου οἱ λογισμοὶ φυγῆς. Ἕνας λογισμός μοῦ θύμιζε τὸ σπίτι μου, ἄλλος τὸν πνευματικὸ στὸν κόσμο ποὺ ἤθελε νὰ κάνουμε μοναστήρι, ἄλλος λογισμός μοῦ ἔλεγε νὰ γυρίσω πίσω. Πῶ! Πῶ! Πῶ! Ἀσταμάτητη ροή! Ἐγὼ ἀγωνιζόμουν καὶ ἀντιστεκόμουν ἐναντίον τῶν λογισμῶν.

Μοῦ ἔλεγε ὁ πολύπειρος Γέροντάς μου, ὁ Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς καὶ Σπηλαιώτης (1897–1959):

– Ἐντάξει, ὅλα καλά. Μὴν ἀφήνεις τὰ καθήκοντά σου, τὴν ἀγρυπνία σου, τὸν κανόνα σου, τὴν προσευχή σου καὶ τότε δὲν θὰ ἐπικρατήσει ποτὲ ὁ διάβολος τῆς φυγῆς.

Κράτησα τὰ καθήκοντά μου ἐπιμελῶς καί, πράγματι, ὅπως τὸ εἶπε ὁ Γέροντας, ἦλθε μία στιγμὴ ποὺ ὅλοι οἱ λογισμοὶ ἔφυγαν καί, ξαφνικά, ἔγινε τόσο ὄμορφη καὶ ἀγαπητὴ ἡ ἔρημος, αὐτὴ ποὺ πρῶτα μοῦ φαινόταν μαύρη καὶ σκοτεινή, γιατί πήγαινε τὸ μυαλό μου πρὸς τὰ ἔξω. Μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ πατρός μου, μὲ βοήθησε ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπαλλάχτηκα ἀπὸ τὸν πόλεμο τῶν δαιμόνων καὶ ἄλλαξαν τὰ πάντα μέσα μου.

Ἐπίσης, ὅταν οἱ λογισμοὶ τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς ἀμέλειας μᾶς πολεμοῦσαν, ὁ Γέροντας μᾶς δίδασκε νὰ τοὺς ἀντιμετωπίζουμε μὲ τέλεια περιφρόνηση καὶ ἀδιαφορία:

–Κρατάτε τὴν Εὐχή! Φουρτούνα εἶναι, θὰ περάσει. Θὰ...

ὑποχωρήσει. 

 

Ὅταν ἀντιστέκεστε καὶ κρατᾶτε τὸ μέτωπο γερὰ καὶ δὲν χάνετε τὸ θάρρος σας, τὰ πάντα ὑποχωροῦν! Οὕτως ἢ ἄλλως, αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική τοῦ διαβόλου: νὰ ἐπιτίθεται γιὰ νὰ σπάσει τὸ μέτωπο, νὰ ρίξει τὸ τεῖχος καὶ νὰ γκρεμίσει ὅ,τι ὄρθιο ὑπάρχει. Νά κρατᾶτε τὸ τεῖχος γερὰ καὶ αὐτὸς θὰ ὑποχωρήσει. Καί, πράγματι, οἱ λογισμοὶ ὑποχωροῦσαν. Στὸν Γέροντα φανέρωνα τὰ πάντα μὲ τὴν εἰλικρινῆ καὶ καθαρὴ ἐξομολόγηση ὅλων τῶν λογισμῶν μου. Δὲν ἄφηνα ἀπωθημένα μέσα μου, γιατί ἤξερα ὅτι αὐτὰ εἶναι σάπια πράγματα. Καί κάθε τι σάπιο ἔχει τὴ δυσοσμία του, ἔχει τὴ βρῶμα του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ νοιώθω ὄμορφα, ἀφοῦ θὰ βρώμιζαν τὴ ψυχή μου. Γνώριζα πὼς ἕνα λογισμὸ νὰ δεχόμουν ἢ νὰ ἀπέκρυπτα, ἡ ψυχή μου θὰ γινόταν ἀνω–κάτω. Καὶ τὸ καταλάβαινα ἀπὸ τὴν πίεση πού μοῦ δημιουργοῦσαν γιὰ νὰ τοὺς δεχτῶ.

 

Λοιπόν, ἀγώνας! Μάχη στῆθος μὲ στῆθος. Ἔλεγα γι’ αὐτό μου τὸν πόλεμο στὸν Γέροντα καὶ αὐτός, ὡς πολυέμπειρος πολεμιστὴς τοῦ πνεύματος, μοῦ ἀπαντοῦσε: –Δὲν εἶναι τίποτε αὐτά. Μὴ φοβᾶσαι. Εἶναι σὰν ἐκεῖνον τὸν ἀδελφὸ στὰ Πατερικὰ βιβλία ποὺ πελάγωσε καὶ λέει: «Γέροντα, τόσοι λογισμοί – τόσα πάθη! Πῶς θὰ μπορέσω ἐγὼ νὰ τὰ ξεριζώσω; Γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, Γέροντα! Πελάγωσα!». Καὶ τοῦ λέει ὁ ἔμπειρος Ἀββάς: «Παιδί μου, οἱ λογισμοὶ δὲν ξεπηδοῦν ὅλοι μαζὶ μαζεμένοι. Δὲν ξεσηκώνονται ὅλα τὰ πάθη μονομιᾶς νὰ σὲ πνίξουν». Τώρα θὰ ξεπηδήσει ὁ σαρκικὸς λογισμός. Χτύπα τον, κόψε τὴ φαντασία. Τὸ πρόσωπο ποὺ σὲ σκανδαλίζει διώξ’ το, σβήσ’ το, ὅπως σβήνεις ἕναν διάβολο ἀπὸ τὴ φαντασία σου, ὅπως σβήνουμε κάτι μ’ ἕνα σφουγγάρι. Σβῆσε τὴν εἰκόνα καὶ κράτα τὴν Εὐχή. Τελείωσε ἡ ὑπόθεση. Τὸν στραγγάλισες τὸν λογισμό. Θὰ ξαναρθεῖ; Στραγγάλισέ τον ξανά. Λοιπόν, ἔρχεται λογισμὸς ἀμέλειας καὶ σοῦ λέει: «Κοιμήσου»; – «Ὄχι, γιατί νὰ κοιμηθῶ;». Ἔρχεται λογισμὸς κατακρίσεως καὶ σοῦ ψιθυρίζει: «Πὲς αὐτὸ τὸ λόγο!» – «Ὄχι, δὲν θὰ τὸν πῶ!». Ἔτσι, γίνεται ὁ πόλεμος!

 

Ἤμουν ἤδη σ’ αὐτὴ τὴ συνοδεία ὡς δόκιμος ἐννιὰ μῆνες κι εἶχα γνωρίσει πλέον καλὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴν τάξη της, καθὼς καὶ τὴν καθημερινὴ παιδεία ἀπὸ τὸν σοφὸ Γέροντά μας. Μὲ τὶς εὐχές του, ἀκολουθοῦσα τὸ τυπικὸ κανονικά. Φυσικά, σ’ αὐτὸ τὸ διάστημα, οἱ πόλεμοι τῶν λογισμῶν δὲν ἔλειπαν. Ὁ διάβολος προσπαθοῦσε μετὰ μανίας νὰ μοῦ κλονίσει τὴν πίστη πρὸς τὸν Γέροντά μου καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη μου στὴ διάκρισή του, γιὰ νὰ μὲ βγάλει ἔξω ἀπὸ τὴν ὑπακοή. «Ὄχι», ἀντέλεγα στὸν λογισμό, «αὐτὸ δὲν θὰ γίνει ποτέ!». Αὐτὸς συνέχιζε τὶς προσβολές. «Ἐδῶ, θὰ παλέψουμε. Δὲν θὰ ὑποχωρήσω· προτιμῶ νὰ πεθάνω!».

 

Ὁ Γέροντας, βλέποντας τοὺς λογισμούς μου καὶ τὸν ἀγώνα μου καὶ θέλοντας νὰ μὲ δοκιμάσει, σὰν ἔμπειρος στρατηγός, μοῦ λέει:

–Πώς θὰ τὰ βγάλεις πέρα, ἐσύ, μία σταλιὰ ἄνθρωπος καὶ τιποτένιος; Εἶσαι φουσκωμένος ἀπὸ λογισμούς. Κοίταξε τί πολέμους ποὺ ἔχεις! Δὲν πιστεύω νὰ τὰ βγάλεις πέρα!

Ἐγὼ σήκωσα τ’ ἀνάστημά μου καὶ τοῦ λέω:

–Γέροντα! Ἕνα κι ἕνα κάνουν δύο: Ὑποχώρηση, καθόλου! Μὲ τὴν εὐχή σας, θὰ ρίξω τὸν ἑαυτό μου στὴ φωτιὰ κι ὅπου βγῶ. Πίσω καὶ ἥττα στοὺς λογισμούς, ὄχι!

–Καλά!... Καλὰ θὰ δοῦμε…

Αὐτό, ἦταν. Αὐτὸ ποὺ ἤθελε ν’ ἀκούσει, τ’ ἄκουσε. Βλέποντας ἕναν ἄνθρωπο – μία σπιθαμὴ νὰ μιλάει ἔτσι, σκέφτηκε: «Ε, κάτι θὰ μπορεῖ νὰ κάνει κι αὐτός!». 

 

Καὶ φαίνεται, μ’ αὐτὸ τὸ τέστ πού μου ἔκανε, ζύγισε τί πρέπει νὰ κάνει. Διότι, γιὰ νὰ νικήσει κανείς, πρέπει νὰ εἶναι ἀποφασισμένος ἀπὸ μέσα του νὰ πεθάνει. Αὐτὸς ποὺ θὰ ἔμενε κοντὰ στὸν Γέροντα Ἰωσήφ, ἔπρεπε πρῶτα νὰ ἔχει ὑπογράψει τὸν θάνατό του.

Μετὰ ἀπὸ λίγο μου λέει:

–Ετοιμάσου νὰ σὲ κάνω μεγαλόσχημο. Πρὶν ὅμως, θὰ ὑπογράψεις τὸν θάνατό σου. Εἴτε πονέσεις εἴτε ἀρρωστήσεις, ἕνα θὰ ἔχεις στὴ σκέψη σου: ὅτι ὁ θάνατος μόνο θὰ σὲ χωρίσει ἀπὸ ’δῶ. Μὴ ζητήσεις παράκληση, μὴ ζητήσεις θεραπεῖες. Εἶσαι ἀποφασισμένος γιὰ τὸν θάνατο; Κάτσε! Ἂν ὄχι, φύγε!

Καὶ μὲ τὴν ὁλόψυχη συγκατάθεσή μου: «Νὰ ’ναι εὐλογημένο, Γέροντα! Θάνατος, θάνατος!», προχώρησε καὶ μ’ ἔκανε μοναχὸ μεγαλόσχημο, μὲ ἐφημέριο τὸν παπα–Εφραὶμ ἀπὸ τὰ Κατουνάκια (1912–1998), στὶς 13 τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, μὲ τὸ παλαιό, τὸ 1948, ἡμέρα Πέμπτη.

 

Ἡ κανονικὴ τάξη, βέβαια, εἶναι νὰ περάσει ὁ δόκιμος μοναχὸς πολὺ περισσότερο χρόνο δοκιμασίας. Ἡ ἀπόφαση ὅμως ρυθμίζεται ἀνάλογα μὲ τὴν ἐποχὴ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Και ὁ Γέροντας, μὲ τὴν ἐμπειρία του, διέκρινε πὼς ἔτσι ἔπρεπε νὰ γίνει. Μόλις ἔγινα μεγαλόσχημος, κάναμε λουκουμάδες. Τὸ εἴχαμε σὰν τυπικό.

 

Καμμιὰ φορᾶ ὁ Γέροντας εἶχε ἕνα φυσικὸ λόξυγκα. Τὸ ἐκμεταλλεύτηκε αὐτὸ ὁ διάβολος κι ἄρχισε νὰ μοῦ λέει μὲ τὸν λογισμό: «Ἀαα! Αὐτὸ ποὺ κάνει τώρα ὁ Γέροντας φανερώνει ὅτι ἔχει δαιμόνιο μέσα του. Τὸ δαιμόνιο εἶναι ποὺ κάνει αὐτὸ τὸν λόξυγκα». Πῶ! Πῶ! Τί πικρία, τί φαρμάκι, ποὺ ἦρθε μέσα στὴ ψυχή μου! «Ἀκοῦς ἐκεῖ, νὰ μοῦ λέγει ἔτσι ὁ λογισμός!». Ἐγὼ δὲν εἶχα τέτοιους λογισμούς. Μόλις μοῦ ἦρθαν, ἀναστατώθηκα. Μπαα! Ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ γιὰ τὸν Γέροντά μου αὐτὸν τὸν λογισμό! «Θὰ σὲ σφάξω!», εἶπα μέσα μου κι ἔκανα ἀγώνα ἐναντίον του μὲ τὴν ἀντίρρηση. Ὅταν τὸ εἶπα αὐτὸ στὸν Γέροντα, ποὺ ἦταν ἀσκητὴς πεπειραμένος καὶ θαυμάσιος, χαμογελοῦσε:

 

–Μη στεναχωριέσαι, παιδί μου! Ἂσ’ τον νὰ λέει ὅ,τι θέλει αὐτός. Καμμιὰ σημασία. Λέγε τὴν Εὐχούλα. Θὰ σοῦ πεῖ κι ἄλλα. Ἀπὸ τὸ ’να αὐτὶ νὰ μπαίνουν κι ἀπ’ τ’ ἄλλο νὰ βγαίνουν. Τὸ ξέρασμα τοῦ ἅδου εἶναι ἀτελείωτο. Μὲ τὸν διάβολο, δὲν τὰ βγάζει κανεὶς πέρα τόσο εὔκολα. Μὴν κάνεις ἀντιρρητικὸ λόγο, διότι εἶσαι μικρὸς καὶ ἄπειρος. Μόνο νὰ περιφρονεῖς τὸν λογισμό, νὰ λέγεις τὴν Εὐχὴ συνεχῶς καὶ θὰ φύγει ἀπὸ μόνος του. “Μπενάκιας καὶ Βγενάκιας”! Μόνο περιφρόνα τὸν λογισμό, λέγε τὴν Εὐχὴ καὶ θὰ φύγει μόνος του.

 

Δὲν ἤξερα ὅμως πὼς ἡ καταφρόνηση τῶν λογισμῶν εἶναι ἡ καλύτερη λύση καὶ ἀπάντησα: –Ὄχι, Γέροντα! Μὲ τὸν δικό μου λογισμὸ θὰ δώσω μάχη. Δὲν θὰ τὸν ἀφήσω νὰ μοῦ πεῖ ἐμένα γιὰ σᾶς, τὸν Γέροντά μου!

–Χμ!... ἔκανε ἐκεῖνος καὶ χαμογελοῦσε. Θὰ ἔλεγε μέσα του: «Τοῦτος ὁ μικρὸς δὲν ξέρει τί τοῦ γίνεται!...». Καὶ μ’ ἄφησε ν’ ἀγωνιστῶ μὲ τὴν ἀντίρρηση.

 

Ἔκανα σκληρὸ ἀγώνα, ἀλλὰ ὁ διάβολος ἦταν τεχνίτης. Ἦταν μάστορας. Καί, τί μοῦ ἔκανε; Μόλις σηκωνόμουν ν’ ἀγρυπνήσω, μὲ τὸ ποὺ ἄνοιγα τὰ μάτια μου, –τσάκ!–, ἐρχόταν ἀμέσως ἡ προσβολή: «Νά, ὁ Γέροντας τί εἶναι». Καὶ μὲ τέχνη, ὁ διάβολος, ἔριχνε τὸν λογισμὸ σὰν δηλητήριο μέσ’ τὴν καρδιά μου, γιὰ νὰ μοῦ δηλητηριάζει τὴν ἀγρυπνία. Ἔτσι, μὲ τέτοιες σκέψεις, μοῦ ἔκοβε ὅλες τὶς δυνάμεις μου. Ερχόταν μία αἴσθηση δαιμονική: «Νά, ὁ Γέροντας, δὲν εἶναι αὐτὸς ἐσὺ ποὺ νομίζεις· ἔχει δαιμόνιο!». Ἀλλὰ κι ἐγώ, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, δὲν ὑποχωροῦσα σὲ καμμιὰ περίπτωση· ἀμέσως στραγγάλιζα τὸν λογισμὸ μὲ ἀντιρρητικὸ λόγο: «Ὄχι! Ὁ Γέροντας εἶναι στρατηγός!», ἔλεγα.  

 

«Ἄνθρωπος ποὺ μὲ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία μου, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει δαιμόνιο. Εἶναι ἅγιος. Εἶναι ἄγγελος τοῦ Θεοῦ». «Ὄχι, δὲν εἶναι ἄγγελος, διότι ξέρεις, ἐκεῖνο, τὸ ἄλλο, τὸ παράλλο…». «Ὄχι!...», ἀντέλεγα ἐγώ.

Καὶ γιὰ ὧρες ὁλόκληρες ἔκανα ἀντιρρητικὸ πόλεμο, ἂν καὶ δὲν εἶχα καμμιὰ ἐμπειρία πάνω σ’ αὐτόν. Ἁπλῶς μὲ χαρακτήριζε μία φυσικὴ τόλμη κι ἔκανα αὐτὴ τὴ μάχη, παρ’ ὅτι ἤμουν μικρὸς στὴ γνώση καὶ στὴν πείρα. Πήγαινα νὰ κάνω ἀντίρρηση, ποὺ εἶναι γιὰ φτασμένους ἀγωνιστές, ἐνῶ ἐγὼ ἔπρεπε νὰ ξεφεύγω μὲ τὴν περιφρόνηση, γιὰ νὰ γλυτώνω πιὸ γρήγορα.

Αὐτὴ ἡ μάχη κράτησε μέρες! Ὁ πονηρὸς μὲ σφυροκοποῦσε καὶ μοῦ ἔκλεβε ὧρες ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία, γιὰ νὰ μάχομαι μαζί του. Ὅποιος ὅμως ὑποχωρεῖ, γεμίζει σιγά–σιγά σαβούρα ἡ ψυχή του καὶ βρωμάει. Ὁ κάθε κακὸς λογισμὸς γίνεται ἀπόστημα μέσα στὴ ψυχή, ποὺ ἂν δὲν τὸ πετάξεις μὲ βία, πληγιάζει, σαπίζει καὶ βρωμάει.

 

Μία Πεντηκοστή, μᾶς εἶχε φέρει ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος παξιμάδια, ντομάτες καὶ σταφύλια.

Γυρίζει καὶ μᾶς λέει ὁ Γέροντας:

–Τους ντορβάδες στὴν πλάτη καὶ δρόμο! Θὰ μᾶς τὰ φάνε τὰ ποντίκια.

Τότε οἱ λογισμοί μοῦ ἦρθαν σὰν τὰ μυρμήγκια: «Τέτοια μέρα στοὺς δρόμους! Ποὺ ἔπρεπε νὰ ἡσυχάσεις, νὰ διαβάσεις, νὰ κάνεις κομποσχοίνι!». Ἐγώ, τοῦ ἀπαντοῦσα τοῦ λογισμοῦ: «Στενὴ καὶ θλιμμένη ἡ ὁδός. Ἡ ὑπακοὴ πάνω ἀπ’ ὅλα. “Δεν ἦρθα γιὰ νὰ κάνω τὸ δικό μου θέλημα, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πατέρα μου” (πρβλ. Ἰωάν. 6, 38)». Το φορτίο τῶν λογισμῶν ὅμως ἦταν βαρύτερο ἀπὸ τὸ φορτίο στὴν πλάτη! Μοῦ ἔλεγε καὶ τοῦ ἔλεγα: «Μόλις πᾶμε στὸν Γέροντα, θὰ σὲ καταγγείλω!».

 

Μόλις μπῆκα στὴν πόρτα τῆς καλύβας του, πᾶνε οἱ λογισμοί! Ποῦ νὰ τολμήσουν οἱ δαίμονες ν’ ἀντικρίσουν τὸν μάστορά τους!!

Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶχα τὴν εὐκαιρία ἐκείνη τὴ στιγμὴ νὰ δῶ τὸν Γέροντα κατ’ ἰδίαν, γιατί μᾶς εἶπε νὰ φύγουμε γιὰ ν’ ἀλλάξουμε τὰ ροῦχα μας καὶ νὰ ξεκουραστοῦμε, εἶπα μέσα μου: «Πειρασμέ, τώρα θὰ σὲ κανονίσω!». Μάζεψα, λοιπόν, ἕνα τσουβάλι πέτρες καὶ τοῦ εἶπα: «Τώρα θὰ σοῦ βάλω κανόνα, ποὺ δὲν ἤθελες νὰ κουβαλήσεις φορτίο τέτοια μέρα, καὶ θὰ κοιμηθεῖς πάνω στὶς πέτρες! Ὁ Χριστὸς πάνω στὸν Σταυρό, εἶχε πολὺ μεγαλύτερο μαρτύριο!». Το γεγονὸς αὐτὸ ἀπὸ μόνο τοῦ δὲν εἶχε ἀξία· ὅμως γιὰ τούτη τὴν προαίρεσή μου ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε ἕναν μικρὸ μισθό…

 

Ὅταν κοιμήθηκα, εἶδα ὅτι βρέθηκα σὲ μία πεδιάδα. Δεξιά μου ἦταν ὁ πατὴρ Ἰωσήφ, ὁ νεώτερος (1921–2009), κι ἀριστερά μου ὁ πατὴρ Ἀρσένιος (1886–1983). Καὶ στ’ ἀριστερὰ πάλι, στὴν κορυφὴ ἑνὸς ὡραίου κατάφυτου πράσινου λόφου, βρισκόταν ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ καὶ γυρίζει καὶ μᾶς λέει: «Θὰ περάσει ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος. Νὰ πέσετε νὰ πάρετε τὴν εὐχή του».

Τοῦ ἔκανα μὲ νεῦμα: «Νὰ ’ναι εὐλογημένο!». Ὅταν ἦρθε, χωρὶς καν νὰ τὸν κοιτάξω, ἔβαλα μετάνοια. Δὲν ξέρω ὁ ἄλλος ἀδελφὸς τί ἔκανε. Καθὼς σηκωνόμουν, ἀντὶ νὰ δῶ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο, εἶδα τὸν Χριστὸ σὰν μικρὸ παιδάκι. Αὐτὸ ἔσκυψε, μοῦ χαμογέλασε, μὲ ἀσπάσθηκε κι ἔφυγε. Μά, τί χαρά μου ἦρθε!

 

Μόλις ξύπνησα, εἶχα χαρὰ στὴ ψυχή μου. Πῆγα στὸν Γέροντα καὶ τοῦ εἶπα ὅτι εἶδα αὐτὸ κι αὐτό. Μὲ ρώτησε τί λογισμοὺς εἶχα τὴν ἡμέρα. Τοῦ εἶπα τοὺς λογισμοὺς ποὺ εἶχα, πῶς τοὺς ἀντέκρουσα καὶ ποιὸ ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα.

–Ο Θεὸς τοὺς δούλους Του, ἔτσι τοὺς παρηγορεῖ, ὅταν κάνουν κάποιον ἀγώνα. Ἀλλὰ ἐσὺ στὸ ἑξῆς νὰ μὴ βάζεις πέτρες.

 

Σὲ τέτοιες περιπτώσεις πρέπει νὰ ’χεις ἕναν ἔμπειρο ὁδηγό, νὰ διακρίνει μὲ ἀσφάλεια τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὸ ψεῦδος. Διότι ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ διάβολος μεταμορφώνεται καὶ σὲ ἄγγελο φωτὸς προκειμένου νὰ παραπλανήσει τὸν ἄνθρωπο.  

Οἱ δὲ ἅγιοι Πατέρες μᾶς λένε: «Τὸ κρασὶ καὶ τὸ ξύδι μοιάζουν· ἐκεῖνος ὅμως ποὺ γεύθηκε τὸ κρασί, ἐκεῖνος εἶναι ποὺ ξέρει τὴ διαφορά». Καὶ ὁ Γέροντάς μου, ὁ Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς καὶ Σπηλαιώτης, ἦταν ἀπὸ τοὺς λίγους ἐκείνους Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ποὺ εἶχαν ἄφθονα γευθεῖ τὴ νηφάλια μέθη τῆς θείας Χάριτος καὶ ποὺ μποροῦσαν, ἄμεσα καὶ μὲ ἀσφάλεια, νὰ γνωρίζουν ἂν μία κατάσταση ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ ἀπὸ τοὺς δαίμονες ἢ ἀπὸ τὴ δική μας φύση.