Κείμενα

απο τον πατήρ Ἀθανάσιο Μάργαρη

Κείμενα / “Παππού, τρέξε!”


“Όταν ήμουν παιδί” έλεγε ο άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης, “με φώναζαν και σταύρωνα τους αρρώστους και τις ετοιμόγεννες που δυσκολεύονταν να γεννήσουν”.

Και όντως…  οι μητέρες, με τις προσευχές του, ελευθερώνονταν σύντομα.

Ένα ακόμα θαύμα του σύγχρονου αγίου της Ευβοίας, που αφορά επίτοκο μητέρα, διάβασα σε βιβλίο που αναφέρεται στη ζωή και στα θαύματά του- και το μεταφέρω και εδώ, γιατί πολύ με άγγιξε!!

Μαρτυρία πρεσβυτέρας Μαρίας Ιωάννου Χατζηθανάση:

 

“Ήμουν έγκυος στο ένατο παιδί μας, στο τέλος του όγδοου μήνα, όταν ανεβήκαμε στο Μοναστήρι να εξομολογηθούμε και να πάρουμε την ευλογία του γέροντος Ιακώβου.

Τον τελευταίο καιρό ένας έντονος πειρασμός δειλίας για τη γέννα είχε κατακυριεύσει την ψυχή μου.

Του φανέρωσα τον πειρασμό μου και εκείνος, χωρίς να προσπαθήσει να αλλάξει με νουθεσίες το λογισμό μου, είπε μόνο δυο κουβέντες, αλλά με τόση παρρησία, που εντυπώθηκαν μέσα μου και, μ ε τη Χάρη που πλούσια ανέβλυζε, πήραν τελείως τον πειρασμό μου.

“Πρεσβυτέρα μου, μη στεναχωρείσαι’ μόλις ξεκινήσουν οι πρώτοι πόνοι, θα με πάρεις τηλέφωνο και εγώ θα πάω στον παππού (στον όσιο Δαυΐδ) και θα του πω:

“Παππού, η πρεσβυτέρα είναι κουρασμένη, μην κάθεσαι εκεί, τρέξε και βάλε τα δυο σου χέρια (και έκανε παράλληλα την αντίστοιχη κίνηση) και βγάλε το μωρό”.

Έφυγα πετώντας.

Έφτασε η ώρα της γέννας. Ξεκίνησαν τα προειδοποιητικά συμπτώματα. Ειδοποίησα τον Γέροντα και πήγα στο μαιευτήριο.

Σε λίγη ώρα ένιωσα έναν δυνατότερο πόνο, βούρκωσαν τα μάτια μου και παραπονέθηκα νοερώς στον Γέροντα, λέγοντάς του ότι δεν πρέπει να με ξεχάσει, γιατί μου το υποσχέθηκε.

Και το θαύμα του Θεού, με την ευχή του πατρός Ιακώβου και με τα χέρια του οσίου Δαυΐδ, πραγματοποιήθηκε σε μένα την ανάξια, αν και ανυπομονησία έδειξα και ανυπομονησία. Είχα όντως την αίσθηση ότι τελείως απρόσμενα (και για τον ίδιο τον γιατρό) κάποια χέρια έβγαλαν το μωρό μου.

Όταν πέρασαν οι σαράντα ημέρες και πήγαμε να μάς διαβάσει την ευχή του σαραντισμού, η πρώτη του κουβέντα ήταν:

“Δεν ήλθε ο παππούς, δεν έβαλε τα δυο του χέρια, πρεσβυτέρα μου;”